Showing posts with label Ντάλτον. Show all posts
Showing posts with label Ντάλτον. Show all posts

Tuesday, November 3, 2015

ΛΟΥΚΥ ΛΟΥΚ - Θεραπεμό δεν έχει...

Δεν ξέρω αν υπάρχει η λέξη "θεραπεμός" στο Μπαμπινιώτη - ή σε κανέναν ανταγωνιστή - αλλά από σήμερα γενικά υπάρχει και δεν έχει μα και μου. Μπορείτε, επίσης, να τη χρησιμοποιείτε ελεύθερα, αρκεί να πίνετε ταυτόχρονα ένα ποτήρι νερό στην υγειά του γράφοντος και, προαιρετικά, να καταθέσετε 5000 ευρώ σε λογαριασμό που θα γνωστοποιηθεί άμεσα. Αυτά.

Ε λοιπόν, είχα βαλθεί ποιον μου θύμιζε τούτος ο Ότο Φον Τρεχαγύρευε. Πάντως, σε καμία περίπτωση τον καθηγητή Unrath, αλλά μ' αυτά περιτριφτήκαμε ήδη αρκετά, στα προηγούμενα. Μετά από εμβριθείς μελέτες και καταφυγή στους ειδικούς (βλ. μαμά), τελικά βρήκα την άκρη...

Δημ.Παπαθανασίου, ψυχίατρος και άλλα ευτράπελα.
Εδώ, Καλεσμένος σε εκπομπή του Kontra Channel.
Κάθε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα είναι εντελώς
συμπτωματική κι έξω από τις προθέσεις του γράφοντος.

Για του λόγου το αλοιφές...

Friday, October 30, 2015

ΛΟΥΚΥ ΛΟΥΚ - Λίγη Θεραπεία ακόμη...

Εντάξει. Με αφορμή εκείνο το μικρό σχόλιο του αείμνηστου Goscinny, έκατσα και είδα την ταινία "Ο Μπλε Άγγελος". "Der Blaue Engel" στο πρωτότυπο, "The Blue Angel" στο Pirate Bay, αλλά το τελευταίο δεν το προτείνω, καθώς κάτι πήρε τ' αυτί μου τελευταία, ότι είναι λέει παράνομο να κατεβάζεις ταινίες. Φοβερά πράγματα. Υπάρχει κόσμος που βλέπει ταινίες παράνομα. Αλήτες, ρε πούστημ. Ένα κτήνος είναι ο άνθρωπος, πραγματικά. Φτάνει όμως με τα υποκριτικά, ας περάσουμε στην υποκριτική.

Όσον αφορά στην ταινία, λοιπόν, το "συστήνεται ανεπιφύλακτα" αδικεί και την ταινία και την ελληνική γλώσσα. Θεωρώ ότι δε νοείται άνθρωπος, να λέει ότι γουστάρει κενιματόγραφο κι άλλα τέτοια κουλτουριάρικα - όπως πίτα-γύρο-τζατζίκι και Ραχμάνινοφ - και να περάσει από αυτή τη ζωή αδαής και ξένος προς τη συγκλονιστική ερμηνεία του Emil Jannings.

Ο άνθρωπος αυτός, ετούτος ο γιγάντιος ανθρώπαρος της υποκριτικής, είναι όχι μόνο όλα τα λεφτά, αλλά του χρωστάς κιόλας. Θα μπορούσε, καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας, να μην ψελλίσει την παραμικρή ατάκα. Θα μπορούσε έτσι απλά, με μοναδικό όπλο την ασύγκριτη εφραστικότητα του είναι του ολάκερου, να περάσει από μπροστά μας, έχοντας πει τα πάντα με τα μάτια, τη μύτη ή τα μάγουλα, το πηγούνι, τα χέρια ή την τουρλωτή του κοιλάρα, την κλίση του σώματος ή μόνο του αυχένα. Με μοναδικό όπλο, έστω, εκείνες τις λαλίστατες καμάρες των δακτύλων - είναι επαρκείς, πιστέψτε με - έτσι όπως μας αποχαιρετούν με τη ρίψη της αυλαίας, απέλπιδα γραπωμένες απ' το μόνο πράγμα που κάθε απελπισμένος, ανά γη και χρόνο, γνωρίζει καλύτερα απ' όλους: τη χαμένη εκείνη ζωή που πλέον δεν επιστρέφει, δεν πα' να χτυπιέσαι στο μίξερ με Αϊνστάιν, Ασίμοφ και λάδι για ξεμάτιασμα.

Μέγιστος κι ας μοιάζει ηττημένος.
Ήττα είναι μόνο για τους αγώνες, που ποτέ δε δόθηκαν.

Αλλά ο λόγος, που γράφω εδώ είναι άλλος. Όπως συνήθως δηλαδή.

Μετά τις νέες αυτές αποκαλύψεις κι έχοντας, πλέον, πλήρη γνώση της φυσιογνωμίας που, στην πραγματικότητα, γυρόφερνε μες στο μυαλό του Goscinny (μεταγενέστα και στου John Malkovich), οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι ο Morris όχι μόνο αγνόησε την Γκοσίνιο επιθυμία "Je pense que le meilleur exemple est le professeur Unrath de L' Ange Bleu", αλλά της έριξε κι ένα απύθμενα αβυσσαλέο πορδοκλανίδι. Έχουμε δηλαδή, εδώ, έναν άνθρωπο που παραγγέλνει μακαρόνια με κιμά κι ο άλλος του φέρνει το χασάπη, μόνο και μόνο γιατί κι ο χασάπης έχει κιμά. Μιλάμε για έναν άνθρωπο, που σκέφτεται την Λωζάνη κι ο άλλος του στέλνει καρτ-ποστάλ απ' την Κοζάνη. Άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε και τι 'χες Γιάννη, Τύχο Μπράχε.

Ο αξιαγάπητος καθηγητής Unrath όχι μόνο στην εμφάνιση, αλλά ούτε στο γενικότερο του χαρακτήρα, έχει την οποιαδήποτε σχέση με τον καραγκιόζη Ότο Φον Χίμπεργκαϊστ και συνεκδοχικά με τον καραγκιόζη Morris. Ο εγωισταράς καλλιτέχνης δεν κατάφερε να ξεπεράσει το εγώ του και μας πλάσαρε έναν καθηγητή, όπως τον είχε αυτός στο μυαλό του κι ούτε στο παραμικρό από την εκδοχή του σεναρίστα.

Ο καθηγητής Unrath, μέσα στα άγρια και καρικατουρίστικα ξεσπάσματά του, είναι ένα γλυκύτατο πλάσμα. Είναι ένας άνθρωπος, που άφησε τη ζωή του να κυλήσει και να φύγει, μέσα στα βιβλία και τη σκόνη. Κι όμως, ακόμα κι εκεί, στο γλυκό του σούρουπο, έχει την ταπεινότητα να ερωτευτεί ξανά. Έχει τη διονυσιακή σοφία να μεθύσει και ν' αφήσει την καρδιά του ορθάνοιχτη. Η καρικατούρα που φτιάχνει ο Jannings είναι κωμικοτραγικά αξιολάτρευτη. Θες να τον σφίξεις στην αγκαλιά σου και να τον γεμίσεις φιλιά. Κάθε που χαμογελάει, χαμογελάει από τέτοιο βάθος, που σε κάνει πραγματικά να αναρωτιέσαι αν αυτός ο άνθρωπος είχε πρώτερα στη ζωή χαμογελάσει ξανά. Ρουφάει την ευτυχία με τον ίδιο αυθορμητισμό, το ίδιο δώσιμο, που ένα παιδί θα βουτούσε σ' ένα δωμάτιο γεμάτο με πολύχρωμα μπαλόνια. Δυστυχώς, το ίδιο ακόρεστα, βουτάει στη συνέχεια και στην αυτοκαταστροφή του.

Γούτσου γούτσου...

Ο καθηγητής Ότο του Morris δεν είναι γλυκούλης. Δεν είναι ο σοβαρός επιστήμονας, ο πλήρης από τη βεβαιότητα της γνώσης ή την εντρύφυση στην αναζήτησή της. Δεν έχει ούτε καν την καρικατουρίστικη αξιοπρέπεια που αποπνέει ο Αυτοκράτορας Σμιθ ή το Τρυφερό Πόδι. Είναι ένας αντιπαθητικός και αλαζόνας ξερόλας και στο τέλος, σαν ξεσπούν πια τα κόμπλεξ του, ξεσπούν όμοια με τα γινάτια ενός κακομαθημένου παιδιού, χωρίς στο παραμικρό να πείθει ότι πρόκειται για ξέσπασμα καμιάς ζωής καταπιεσμένης. Ο καθηγητής Ότο ήταν πάντα ένας απροκάλυπτος μαλάκας, ήταν το κωλόπαιδο απ' το πίσω θρανίο, που κολλούσε την πράσινη μύξα του στο σβέρκο σου. Τέτοιο κωλόπαιδο παραμένει, μέχρι τέλους. Με τη γλιτσώδη του φάτσα, δε θ' απορούσε κανείς αν τον συναντούσε καταμεσίς ενός ρωμαϊκού οργίου, ανάμεσα σε αξύριστα αιδοία και ιδρωμένα αρχίδια. Όπου και με δυσκολία θα μπορούσες να ξεδιακρίνεις τη φάτσα του απ' τα προηγούμενα. Ούτε σε τσόντα επιστημονικής φαντασίας, ωστόσο, δε θα μπορούσε κανείς να φανταστεί τον γραφικό αλλά βαθιά αξιοπρεπή Unrath σε μια παρόμοια σκηνή. Ακόμα κι αυτοί οι τραπεζίτες, που στο διάβα της εικονογραφήγησης εγκαταλείπουν μια ζωή ξοδεμένη στα έσοδα των άλλων, έχουν μια ποιότητα ασύγκριτα συγγενέστερη προς εκείνη του καθηγητή Unrath, παρά προς αυτή του μαλακομπάμπουρα Ότο.

Αυτά. Έτσι για να βάζουμε μερικά πράγματα στη θέση τους και στ' αρχίδια μας, αν αγαπάμε Morris. Η αγάπη μας δεν είναι τυφλή και σκατά να φάει ο παλιο-εγωίσταρος.

Υστερόγραφον

Κι ένα μικρό δώρο: Ραντανπλάν στη μοναδική του ίσως αναλαμπή ευφυίας ever! (Δεν ξέρω τι έκανε αργότερα στα ιδιαίτερα τεύχη, φέροντα το όνομά του, στα οποία και πρωταγωνιστούσε, αλλά χέστηκα κιόλας, καθώς ήταν από τις χειρότερες δουλειές του Morris).

Πλαν-Ταν-Ραν

Saturday, September 5, 2015

ΛΟΥΚΥ ΛΟΥΚ - Η Θεραπεία των Ντάλτων...

"Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΝΤΑΛΤΟΝ" (Εκδ. ΜΑΜΟΥΘΚΟΜΙΞ) είναι κάτι περισσότερο από ένα απλό κόμικ. Αποτελεί αληθινό μνημείο της 9ης Τέχνης. Φυσικά, όσον αφορά στην κατηγορία κιλών την οποια αγωνίζεται, μην πάτε και μου το συγκρίνετε με τίποτε Θόργκαλ και δεν ξερω 'γω. Ξεχωρίζει βέβαια όχι μονάχο του, παρά ως μέρος μιας αγαπημένης ντουζίνας ΛΟΥΚΥ ΛΟΥΚων, τα οποία έχουν καθιερωθεί στη συνείδησή μου ως all-time-classics, γράφοντας παράλληλα τις δικές σας συνειδήσεις στα παλιά μου Zita Hellas. (Σηκώθηκα να ψάξω τα ράφια μου, για να σας μεταφέρω μερικά παραδείγματα ακόμα, αλλά στην πορεία βαρέθηκα και ξανακάθισα. Άλλη φορά, ρεμάλια. Σε άλλο post). Κλασικό σε όλα του, λοιπόν: από την εξαιρετική καλλιτεχνική περίοδο ενός σχεδιαστικά ώριμου και γεμάτου αυτοπεποίθηση MORRIS, έως και την άριστη έκφραση, πλοκή και στήσιμο ενός GOSCINNY, που - δυστυχώς ή ευτυχώς - δεύτερο σε ταλέντο και ικανότητα δεν έχει βγάλει η ιστορία των comics. Η των Ντάλτον Θεραπεία, διαβάζεται ανεξαιρέτως από κάθε ηλικία, φύλο, θηλαστικό ή κολεόπτερον, αλώβητο απ' το χρόνο, τη σκουριά και την κατάθλιψη, εφάμιλλο ενός κλασικού λογοτεχνικού έργου, άξιο να σταθεί δίπλα σε έναν Γκόγκολ, έναν Τσιφόρο ή έστω μια Σώτη Τριανταφύλλου.

Μέσα στο χάος του διαδικτύου, διαβάσαμε και το εξής:
«
(Μιλάει ο δάσκαλος Goscinny) Je pense que le meilleur
exemple est le professeur Unrath de
L'Ange bleu (...) Petit
nez rond, visage sérieux et un peu porcin.»
Si l'Himbeergeist
créé par Morris ne s'avère pas une copie conforme de l'acteur
allemand Emil Jannings, il correspond pourtant fidèlement
à la description du scénariste.

Η επίτευξη της χρυσής τομής στη συνταγή, η τέλεια αναλογία δηλαδή μεταξύ των μερών, αλλά και των μερών με το σύνολο, αποκαλύπτεται περίτρανα στον αντίκτυπο που έχει το έργο, στο πρόσωπο του μέσου αναγνώστη (εμού εν προκειμένω). Ενθυμούμαι - με αφειδώλευτη συγκίνηση - τα ζεματιστά καλοκαίρια εις Λουτρακίους, ένθα η εισήγηση του μεσημεριανού ύπνου είχε πάντα ήχο και άρωμα πολυκαιρισμένων χαρτιών. Βλέπεις, καλέ αναγνώστη, στους πάγκους του λατρεμένου Πρακτορείου Εφημερίδων & Περιοδικών περίμεναν έτη επί ετών οι σωροί με τα παλιά τεύχη, απ' ό,τι τεύχος μπορούσε να φανταστεί και να επιθυμήσει η παιδική φαντασία: τίποτε λιγότερο, δηλαδή, από τα πάντα.

Για κάποιο άρρωστο, φροϋδικό λόγο, την τιμητική τους τότε κατείχαν οι ανεκδιήγητοι ΑΝΤΙΡΙΞ & ΣΥΜΦΩΝΙΞ, όπου με τρόπο τινά μαγικό κατάφερναν - σχεδόν πάντα - να μου κόβουν την ανάσα απ' το ασυγκράτητο, νευρικό γέλιο. Ασυνείδητα, θεωρούσα - τότε - με όλο μου το είναι, ότι δεν υπήρχε περίπτωση στο απιθανικομμύριο, να διαβάσω ποτέ στη ζωή μου κάτι πιότερο ξεκαρδιστικό από το μαλακάκο IBANEZ. Σήμερα, χαζεύοντας τα ίδια ακριβώς τεύχη, έχω πάει στο άλλο άκρο: βαρετά, φτωχά, ευτελή και άδικα αποτυχημένα - δηλαδή μια χαμένη ευκαιρία. "Ε και;" θα μου πείτε "χεστήκαμε". Μπάστα και δεν τελείωσα. Γιατί τα λέω όλα αυτά, λοιπόν, εκτός από εμετική φλυαρία, ποιητική αδεία και φιλοδοξία να γίνω δεύτερος Δοστογιέφσκι, που - όπως λένε οι κακές γλώσσες - πληρωνόταν με τον όγκο;

Παραμιλώ, λοιπόν, για το συγκριτικό του πράματος. Ενώ, δηλαδή, υπάρχουν comics τα οποία με την πατίνα του χρόνου ξεθυμαίνουν, κιτρινίζουν και γαριάζουν, υπάρχουν άλλα που διατηρούν τη φρεσκάδα τους ανεξάντλητη, σα να μην πέρασε μια μέρα από εκείνα τα ζεστά λουτρακιώτικα μεσημέρια. Όπου, κρατώντας ένα Λούκυ Λουκ στα χέρια, μπορεί να μην ξεσπούσες σε σπαρταριστές κραυγές κάθε τρεις και λίγο, στεφάνωνε όμως το πηγούνι σου ένα μόνιμο, ζεστό χαμόγελο, σκάζοντας εδώ κι εκεί ένα πνιχτό γελάκι. Κι όμως, η γλυκιά ετούτη διακριτικότητα, παρ' ότι έχανε εν πρώτοις στα σημεία, έκρυβε ωστόσο μέσα της μια δύναμη δυσανάλογα βαθύτερη, από εκείνη του διονυσιακού ξεσαλώματος. Όχι μόνο γιατί, διαβάζοντας την ίδια και την ίδια ιστορία στα 10, 20, 30 ή 40 σου, το χαμόγελο αυτό επανεμφανίζεται ξανά και ξανά με την ίδια γλύκα, την ίδια ακόρεστη αφέλεια, αλλά και για έναν λόγο ακόμη, ουσιαστικότερο και πιο δύσκολο να συλληφθεί απ' τον όγκο των συμφραζομένων.

Είναι γιατί το ακατάσχετο ξέσπασμα μέχρι δακρύων σε άφηνε κατόπιν αποκαμωμένο και αδειανό, έχοντας θυσιάσει κάθε νοητική ενέργεια, στο βωμό της υπερβολής. Αυτό που (δε) νιώθεις είναι πως τελικά σ' έχουν χρησιμοποιήσει ως παθητικό δέκτη, ώστε να σε αποτελειώσουν με απανωτά χτυπήματα γκροτέσκου και κακαισθησίας. Από την άλλη στέκεται η χαλαρή δύναμη, η ποιότητα εκείνη που σε βλέπει στα ίσα και ζητάει συμμέτοχο ή συνένοχο. Γιατί δίχως τη συνενοχή του νου, δίχως το πονηρό κλείσιμο του ματιού, που απαιτεί από σένα (τον αναγνώστη) να πιάσεις το υπονοούμενο ή την ικανότητα μιας στοιχειώδους μετάφρασης, μιας δεύτερης ανάγνωσης, το μεγαλύτερο μέρος ενός Λούκυ (ενός Goscinny κατ' επέκταση) πηγαίνει στράφι κι άκλαυτο, περνάει ανέγγιχτο κι ανυποψίαστο.

Ακόμα κι ένα ζώον μπορεί να καταλάβει και να γελάσει με μια χοντροκομμένη κλωτσιά που δόθηκε. Χρειάζεται ωστόσο ένα διαφορετικό υπόβαθρο, ώστε να γίνει αντιληπτή η κλωτσιά εκείνη που δεν δόθηκε. Όταν κλείνεις ένα Λούκυ Λουκ (ή γενικότερα ένα έργο, της λαμπρής εκείνη Goscinny-ας εποχής) αισθάνεσαι πλήρης και όχι αδειανός. Αισθάνεσαι εξυπνότερος και όχι χάχας. Αισθάνεσαι πλουσιότερος και σίγουρα όχι ακριβώς ο ίδιος, με το άτομο εκείνο που ξεκίνησε να διαβάζει λίγα λεπτά νωρίτερα. Μήπως αυτό δεν είναι κι η Τέχνη από μια άποψη; Εκείνη η εμπειρία που δε σ' αφήνει αδιάφορο ή αμετάλλαχτο, αλλά πριν καλά καλά το καταλάβεις έχει χτίσει στο είναι σου καινούργια μονοπάτια κι εσύ στέκεσαι ήδη στα μισά του δρόμου.

Η πολλαπλότητα της σημειολογίας δεν έχει να κάνει μόνο με τα σημαίνοντα, αλλά και με τη μεταξύ τους σχέση. Ένας άσχετος ποντικός με πατερίτσες, που θα μ' έκανε να ξεσπάσω σε χαχανητά στους Αντιρίξ & Συμφωνίξ, θα ήταν ακριβώς αυτό: άσχετος με τα πάντα. Εδώ ο Ρανταπλάν δεν είναι απλά ένας άσχετος σκύλος που κοιμάται: είναι ένα σκύλος που κοιμάται ενώ δίπλα του γίνεται της πουτάνας, όσπερ μας αποκαλύπτει κάτι για το χαρακτήρα του. Χωρίς διόλου να επιβαρύνεται η αφαιρετικότητα, οι Morris και Goscinny επιτυγχάνουν ένα πυκνογραμμένο καρέ: Ρανταπλάν, Τζόε και Αβερέλ λειτουργούν σε τρεις διαφορετικές σημειολογίες, που αλληλοπλέκονται στο λιτό σύνολο. Παρατήρηση: σημειώστε τη χαρακτηριστική τεχνική του Morris να ενοποιεί ή να αποκολλά με την χρωματική ομαδοποίηση συνόλων, πχ. εδώ με κόκκινο το θερμό επεισόδιο.

Ο εκπληκτικός Morris δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από το μεγαλείο του συνεργάτη του, στο δικό του ωστόσο τομέα. Ο Morris της περιόδου αυτής δεν είναι ούτε ο πρώιμος Morris, που ακόμη γυρεύει το στιλ του με καρικατούρες αφελείς και μαλθακές, ούτε ο ύστερος Morris, που έχει πλέον πλαδαρέψει κι ίσως-ίσως βαρεθεί και λιγάκι. Είναι ο Morris ο Κορυφαίος, με σκίτσο και γραμμές ζωηρά και σίγουρα, πενάκι σταθερό και συνεπές στις προθέσεις, καρικατούρες εξαιρετικής αφαίρεσης χωρίς να γίνονται πρόχειρες κι άριστο μινιμαλισμό του αγριο-δυτικού περιβάλλοντος χώρου (εσωτερικού ή εξωτερικού), ο οποίος ουδέποτε εκπίπτει σε φτώχεια ή αδαημοσύνη. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι πίσω από τις γραμμές του Morris του Κορυφαίου, υφέρπει μια λανθάνουσα ειρωνία. "Πίσω απ' τις γραμμές" εννοώ, δηλαδή, όχι με αυτό που σχεδιάζει, παρά με τη μανιέρα που το σχεδιάζει. Μανιέρα, η οποία δένει αόρατα και απαράμιλλα με το ορατό χιούμορ του σεναρίου. Πολύ δε περισσότερο, το συμπληρώνει και το ολοκληρώνει.

Η νόμιμη βία, η παράνομη βία και η επιστήμη σε ρόλο μεσάζοντα.
Η (μάλλον ακούσια) σημειολογία είναι τόσο ισχυρή, ώστε ό,τι κι
αν πω θα την περιορίσω. Πολιτικό σχόλιο: όσο η επιστήμη δεν
πολιτικοποιείται θα λειτουργεί , αναγκαστικά, μέσα στο
μεγάλο κύκλο.

Καθένας με τον πόνο του...

Αυτό το χιούμορ, ούτε περιγράφεται, ούτε γίνεται ανέκδοτο.
Είναι λεπτό, είναι έξυπνο, είναι ελεύθερο κι ωραίο!

Φυσικά, όπως θα έχετε καταλάβει ήδη, δεν υπάρχει περίπτωση εδώ να διαβάζετε περιλήψεις κι άλλες τέτοιες αηδίες. Δεν υπάρχει πιο χαζό πράγμα από το να κάνεις περίληψη ενός comic, παρά μόνο άμα θες να το πουλήσεις. Θεωρώ πολύ καλύτερο να μου πει κάποιος αν του άρεσε ή όχι και για ποιους λόγους. Την περίληψη μπορώ να την κάνω και μόνος μου. Για την ιδιαίτερη, προσωπική ματιά όμως του καθενός είναι που έχω και τον καθένα πραγματική ανάγκη. Έτσι κι εδώ, μπορεί να πλατείασα - κατ' εξαίρεση βεβαίως, αφού γενικά είμαι λαγωνικότατος - αλλά ελπίζω στην τελική να κατάφερα να υποδείξω ένα μικρό έστω μέρος του τρόπου, με τον οποίο αντιλαμβάνομαι την εκλεκτή συνεργασία δύο μεγάλων δημιουργών. Και, μάλιστα, για μια περίοδο που ξεπερνά την "Θεραπεία" καθαυτή και αγκαλιάζει την επίτευξη ενός συνόλου έργων τους, εφάμιλλων σε ποιότητα και αξία.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
...I'm a long long way from home...

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Μπορεί ο Goscinny να είχε στο μυαλό του κάτι σαν αυτόν,
ωστόσο, ορθά ο Morris προσέθεσε στον καθηγητή Otto
μερικές πινελιές, ωσάν το μάτι του να δανείζεται ποσοστό
εκ της των ασθενών του γυαλάδας.

Μοναδική μου ένσταση, ίσως, οι προτεταμένοι όδοντες.
Θα μου πείτε "Είσαι απλώς γεροντοκόρος ή έχεις
και κάτι να αντιπροτείνεις"; Το πρώτο μάλλον.