Showing posts with label Goscinny. Show all posts
Showing posts with label Goscinny. Show all posts

Sunday, January 15, 2017

ΙΖΝΟΓΚΟΥΝΤ - Όνομα και πράμα...


Μιλάμε, τώρα, για All-Time Classic εμπειρία : "Anglo-Hellenic Agency - Τάσος Ψαρόπουλος", τεύχος 1 και δραχμές 35 !!! Σελίδες ετοιμόρροπες, φύλλο και φτερό, έτοιμες να πετάξουν μακρυά και στο αγύριστο, αφού η κόλλα, τόσα χρόνια μετά, είχε γίνει πια σκόνη της σκόνης, ω σκόνη! Χωμένο (τότε) στη βιβλιοθήκη του μπαμπά (όχι του Αλή, του άλλου, του δικού μου), ανάμεσα σε Ντοστογιέφσκηδες και "Αινίγματα του Σύμπαντος", καρφώθηκε ως μια ακόμα ελάχιστη θρυαλλίδα, στην εύφλεκτη παιδική φαντασία. Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΒΕΖΥΡΗΣ ΙΖΝΟΓΚΟΥΝΤ των GOSCINNY και TABARY, στεκόταν εκεί περήφανος, κρυμμένος ανάμεσα σε γίγαντες, ρουφώντας τζούρες κλασικότητας από τη μία, παρα-επιστήμης από την άλλη. Μα κι η Βαγδάτη καθαυτή, πόση διαφορά είχε; Με τα μαγικά χαλιά και τους τσαρλατάνους στην μιαν άκρη, και στην άλλη, μουσάτοι Λόγιοι και Γραμματικοί, να μεταφράζουν Ευκλείδη και Αριστοτέλη. Τι να λέμε τώρα!!

Απ' έξω εμφάνιση κι από μέσα άνεση. Καμία σχέση.
Απλά έκανε ομοιοκαταληξία...

Χμμμ... ε, πως τι "τι να λέμε τώρα";; Πλάκα μου κάνετε;; Να λέμε και να παραλέμε. Γιατί, τούτος 'δω, ο πρώιμος Ιζνογκούντ έχει τόσο πρωτόλειο σκίτσο, ώστε αν μάθαινα ότι ο Tabary ήταν τότε 18 χρονών δε θα με παραξένευε καθόλου. Αλλά παραξενεύτηκα όταν η Google μου εκμυστηρεύτηκε, πως ήταν ήδη 32 χρονών μοσχάρι, όταν το 1962 σκάρωσε τον πρώτο Χαλίφη στο περιοδικό Record. Δηλαδή, απ' τα 18 τι έκανε, ο χαραμοφάης, και προκοπή στο χέρι του δεν είδε (πέραν από αυτή, που φαντάζεστε); Τα λεφτά, που του στέλνανε απ' το χωριό για μελάνια και χαρτί, τι τα 'κανε; Τα 'πινε στα καμπαρέ; Τα 'γλυφε στις πουτάνες; Τα 'παιζε στον ΟΠΑΠ; Πλήρωνε τον ΕΝΦΙΑ;

Τέλος πάντων, τον συγχωρώ - παρ' ότι με είχε φέρει ως εδώ - γιατί σαν έφτασε κάποτε η ώρα η ευλογημένη και το σκίτσο του ωρίμασε, ωρίμασε τόσο που δεν το πίστευες. Άγγιξε μία αισθητική αρτιότητα τόσο ταιριαστή με το είδος του χιούμορ που εκπροσωπούσε, ώστε κάθε ξινή κουβέντα και στραβωμένη φάτσα εβουλώθησαν και μεταμορφώθησαν σε αλοιφή για κάλους και σως για πατατάκια. Η κλασική περίοδος του Ιζνογκούντ (σε άλλη ανάρτηση αυτά) διακατεχόταν από ένα τόσο έντεχνα κι επιτηδευμένα "χύμα" σκίτσο, ώστε όταν χαζεύεις πχ. κάτι πανοραμικά της Βαγδάτης, πραγματικά γεμίζει η καρδιά σου, χορταίνεις καρικατούρα, σουρεαλισμό και ωχααδελφισμό!

Περίτεχνα "άγαρμπη" γραμμή, παραποίηση προοπτικής και διαστάσεων, λίγο πριμιτίφ εδώ,
λίγο απεριτίφ εκεί. Πολύχρωμη και μαγική, μια Βαγδάτη ό,τι να 'ναι, όπου τα πάντα μπορούν
να συμβούν! Το απόσπασμα, από την ιστορία "Incognito" (γκαβοί είστε; πάνω το λέει), του
5ου τεύχους "Το  Μαγικό Χαλί", από τις ίδιες πάντα εκδόσεις. Μόνο που η τιμή έχει γίνει,
τώρα, 45 δραχμές. Αλίμονο στο χαρτζιλίκι...

Και μετά, τι έγινε; Ε, μετά πήγε κι αυτός και γέρασε. Είχε πεθάνει κι ο Goscinny (τώρα έχει πεθάνει κι ο ίδιος) κι έτσι δεν υπήρχε ελπίδα: κατέληξε κι αυτός ένας κλασικός μαλάκας ακόμα, συντροφιά με τους άλλους κλασικούς (μαλάκες) Uderzo και Morris, οι οποίοι, στα τελευταία τους, κομιξογραφούσανε μάλλον για τα συντάξιμα, παρά από κάνα μεράκι.

Πολλές, μικρές ιστοριούλες, λοιπόν, ετούτος ο πρώτος τόμος των 52 σελίδων, σε αντίθεση με τον ετοιμοθάνατο Tabary, που τα 'κανε όλα μόνος του. Και σκίτσαρε, και σφουγγάριζε, και έτριβε τα κολοκυθάκια κι έγραφε μόνος του και τα σενάρια. Αλλά μιλάμε για κάτι σενάρια, μα κάτι σενάρια, τραβηγμένα τόσο σε μάκρος και σε σπέρμα, ώστε αν ήταν ψωλή θα πρωταγωνιστούσαν στην πιο ακριβή πορνοταινία και θα μας γαμούσαν, κιόλας. Εδώ, ωστόσο, σ' αυτή την πρώτη συλλογή, κανείς δε σοδομίζει κανέναν κι έτσι, με την αμόλυντη αφέλεια μιας αθώας ψυχής, προχωρούμε στις πρώτες γνωριμίες με κάποιες από τις πλέον κλασικές περσόνες της σειράς (πέραν των πρωταγωνιστών), όπως το Πνεύμα στην ομώνυμη, πρώτη ιστορία "Το Πνεύμα" και το Σουλτάνο Πουλμανκάρ, στην αμέσως επόμενη "Επίσημη Επίσκεψη".

Από Anglo-Hellenic Agency πάντα. Έχει πέσει κι ένα μικρό κόψε-
ράψε. Το Πνεύμα θα το βλέπουμε συχνά, σε διάφορες παραλλαγές,
όπως παρακάτω, ως Γενικό Γραμματέα των Ε.Π.Ο.Ε.Σ. (Εθνικά
Πνεύματα Οργανωμένα Ενωμένα και Συνδικαλισμένα) ...

Εδώ πάλι το Πνεύμα, μάλλον, ξεμέθυστο. Ο Tabary έχει πια αναφανδόν
κατακτήσει τη μεστή, χαρακτηριστική του γραμμή.

Πουλμανκάρ, το αντίπαλον δέος, ευερέθιστος, πολεμοχαρής και
συχνά - εν αγνοία του - μέρος των σατανικών βεζυρικών διαπλοκών.
Παρατηρούμε ότι ο πρώιμος Tabary, όπως κάθε άπειρος κομίστας,
δεν καδράρει σωστά το θέμα του. Τα κεφάλια ακαλαίσθητα κομμένα,
στο πάνω μέρος, μαρτυρούν του λόγου το αλοιφές...

Ακολουθούν "Οι "Γορίλες", "Οι "Ορδές", "Ο Σωσίας" και "Το Νησί Των Γιγάντων", όπου και κλείνει σουρεαλιστικά με μια από τις πλέον αγαπημένες μου εικόνες, η οποία δεν ξέρω πώς, ποιος και γιατί, χαράχτηκε από τότε ανεξίτηλα, στην τρυφερή και μαλακισμένη, παιδική μου ψυχούλα.

Και να πεις ότι μ' άρεσε το Σκάκι ...

Για τον Goscinny έχω γράψει αλλού, όχι πάλι. Έλεος! Θεωρώ και υπενθυμίζω, απλά, πως δε θα ήταν υπερβολή να μιλήσει κανείς, για εκείνη την εποχή, σαν εποχή Goscinny, παρά να πιάσει να μιλάει χώρια για Αστερίξ, Ιζνογκούντ και Λούκυ Λουκ ή τι άλλο. Χωρίς τον μάστορα της διήγησης, δε νομίζω να είχε γίνει γνωστό οτιδήποτε, από αυτά που σήμερα θεωρούμε κλασικά. Αυτό φαίνεται περίτρανα, καθώς οι ίδιοι οι καλλιτέχνες ως σεναρίστες αργότερα, απέτυχαν παταγωδώς. Αλλά κι όταν έφτασαν σε μιαν άλφα, νοσταλγική αναλαμπή, το πετύχανε όχι μόνοι τους, παρά με συνεργάτες, που πάτησαν πάνω στην ήδη υπάρχουσα κληρονομιά, δίχως να 'χουν τίποτα καινούργιο να προσφέρουν, οι ίδιοι.

Αντιπαθητικός όχι μόνο σα χαρακτήρας, αλλά και σα σκίτσο,
ο νεογέννητος Βεζύρης. Η μύτη του σαν αγγούρι καλυβιώτικο,
καμία σχέση με την ύστερη δολοφονική χατζάρα, η οποία έκοβε
δρόμο απ' τα καρέ, σχεδόν ισομήκης με τη λεβεντιά του φέροντος.

Ένα καρέ, που συμπυκνώνει το ήμιση της Ιζνογούδειας ουσίας.

Εδώ, το άλλο ήμιση...

Αυτά για φέτος, Τα ξαναλέμε του πέρσι.

Sunday, August 21, 2016

ΑΣΤΕΡΙΞ - Αν το δηλώσεις μπορείς να το σώσεις... [Μέρος Δεύτερον]

Τι μπορεί να πει κανείς για τον Uderzo;; Τι μπορεί να πει, ώστε να γεμίσει μιαν ανάρτηση ακόμη, να περάσει η ώρα;; Το μόνο κακό με τον Uderzo είναι ότι κακομεγάλωσε, στερημένος από τη συντροφιά του καλού Goscinny. Η γραμμή του χαλάρωσε, πλαδάρεψε, σχεδόν σα να βαριόταν να ζωγραφίσει. Ή σχεδόν σαν η πρεσβυωπία να του επέβαλε το δικό της ύφος, αντί να της δώσει να καταλάβει. Τα σώματα κάπως μάκρυναν, έχασαν τις αναλογίες τους, περνούσαν κάποιας μορφής δεύτερη εφηβεία, όταν τα σώματα αλλοιώνονται ασύμμετρα, παράδοξα, έτσι ώστε ούτε άντρα μπορείς να πεις τ' αγόρι, ούτε γυναίκα το κορίτσι, αλλά ούτε και παιδιά μπορείς να τα πεις, κακόχρονο να 'χουνε, ώσπου βγαίνουν κάτι βυζιά περίεργα, που μια κοιτάς τα βυζιά και μια το χωροφύλακα. Όμως, ούτε για δεύτερη εφηβεία πρόκειται, ούτε για τρίτη, ούτε αηδίες. Εκείνο που δεν έβλεπες πια στα σχέδια ήταν η αγάπη ή έστω κάποιο μεράκι. Σαν τα γεροντικά φιλιά: σου θυμίζουν σάλια, ρυτίδες και πότε θα τελειώσουν, να πάρω το μάγουλό μου να το σαπουνίσω.

Αλλα στην Κατοικία των Θεών o Uderzo είναι ώριμος, είναι μεγάλος, είναι τεράστιος, είναι μαέστρος, μάγιστρος, μασόνος και Μπριζίτ Μπαρντό μαζί. Ο λεγάμενος είναι, στη φάση του αυτή, ένας από τους μεγαλύτερους τεχνίτες της καρικατούρας, που έχουν περάσει απ' την ευρωπαϊκή σκηνή. Οι ήρωές του είναι εκφραστικοί, πλούσιοι, πλαστικοί. Τα σώματά τους στέρεα, άριστα δουλεμένα σε αναλογίες και ανατομίες. Γι' αυτό ακριβώς, είναι μειωτικό να τις πούμε καρτουνίστικες, καθώς ο καρτουνίστας χρησιμοποιεί την ανατομία σα δούλα του, όταν ο Uderzo την υπηρετεί σαν πιστός και λάτρης.

Άριστη καρικατούρα του Καίσαρος τω Καίσαρι, σε δύο εκφραστικά ενσταντανέ.
Ποιος; ποιος μπορεί να πει κακή κουβέντα;;

Οι γραμμές του ώριμου Uderzo δεν είναι καν γραμμές, είναι μικρά ρυάκια μελάνης που κυλούν αβίαστα σε κοίτες λαξεμένες σχεδόν από αιώνες, είναι μινουέτα ή σκέρτσα ενός Μότζαρτ του χαρτιού. Ο Uderzo κάνει αυτό που λένε μερικοί μεταφυσικοί για τη δημιουργία του καλλιτέχνη: δεν δημιουργεί εκ του μηδενός, παρά ανακαλύπτει μορφές, που υπήρχαν εκεί πολύ πριν απ' αυτόν και τον περίμεναν. Ο κόσμος του μικρού γαλατικού χωριού και όλες εκείνες οι αμέτρητες φυσιογνωμίες, που τον πλαισιώνουν, θαρρείς πως ήταν από πάντα. Αυτό, όμως, προκειμένου να συμβεί, χρειάζεται το έργο εκείνο να είναι τόσο συμπαγές και πλήρες, ώστε να καθίσταται τελικά αυτόνομο, ανεξάρτητο από την πραγματικότητα που το δημιούργησε. Αποτελεί πια από μόνο του μια δεύτερη ή τρίτη ή πολλαπλή πραγματικότητα, παράλληλη και δίχως καμία ανάγκη αναφοράς πια σε ό,τι τη δημιούργησε. Όταν ο Uderzo και ο Goscinny συναντήθηκαν μεγαλούργησαν, σε μια συνεργασία που έχει πια χαραχτεί στα Χρονικά. Οπότε πάμε να τους θάψουμε τώρα.

Τουρλού #1

Ή μάλλον τι να θάψουμε; Ψέμματα. Η Κατοικία των Θεών - είπαμε στην προηγούμενη ανάρτηση - έχει λίγη πλάκα, αλλά είναι αρκετά βαρετή ή αδιάφορη ακόμα και για να τη θάψεις. Έχεις μια-δυο καλές ιδέες, τις οποίες όμως αναμασάει ξανά και ξανά και ξανά και...

Αυτή η ιστορία με τα δέντρα, ράβε-ξήλωνε, τσεκούρι-αναδάσωση, τραβάει 15 !!! ολόκληρες σελίδες!!! 15 στις 48 δηλαδή 31,25%, σχεδόν το 1/3 του κόμικ!!! Ε όχι, νισάφι πια!!!

Ακόμα κι ο κακός είναι ένας ξενέρωτος μεταπτυχιακός της Αρχιτεκτονικής, που γλείψε-γλείψε και όχι γλύψε-γλύψε, κατάφερε να φτάσε ίσαμε τ' αυτί του Καίσαρος. Περισσότερο, τον κόβω για μοναχογιό, καμιάς ξαδέρφης Του.

Ορθογώνιους. Κακομαθημένος και
φλούφλης, όπως ακριβώς φαίνεται...
Στο μήκος και στο πλάτος της καριέρας του, μπορεί να την έχει
ζωγραφίσει ίσαμε και 17 φορές αυτή τη σκηνή, ο Uderzo-ς.
Πολύ πιθανό να τον καύλωνε κάπως...

Τουρλού #2

Σινεμασκόπ, Τεκνικολόρ, Πανοραμίξ...

Η πρώτη σελίδα είναι, σε αντίθεση με τη συνέχεια, επική κι ίσως αυτό είναι και μια ειρωνία, συνειδητή και μέσα στους σκοπούς του πολυδαίδαλου και αναρχο-αυτόνομου Goscinny. Είναι, επιπλέον, ένα από τα στοιχεία που ξεχώριζαν στον Αστερίξ: η αντίθεση, ανάμεσα στην απόλυτη καρικατούρα από τη μία και την απόλυτη ρωμαϊκή αρχιτεκτονική από την άλλη, επιμελημένη με την ακρίβεια ενός πραγματικού αρχιτέκτονα. Όταν ήμουν μικρός έχασκα σα χάνος, μπροστά σ' αυτά τα πανοράματα. Δε πίστευα τι έβλεπα. Μου φαινόταν εντελώς παράταιρο το ίδιο χέρι που σχεδίαζε τη μυτόγκα του Αστερίξ, ότι μπορούσε να φτιάξει ετούτες τις επικές αναπαραστάσεις. Κοιτούσα σα μύωπας τα παραθυράκια, τους κιονίσκους, τα δεντράκια και τα σάλια μου τρέχαν ως ποτάμι, θα μου σάλευε, όχι όχι δεν είναι δυνατόν! Τα πάντα ήταν τέλεια, τέλεια, τέλειααααα!!!

Σήμερα, φυσικά, που έχω μεγαλώσει κι έχω αποξηρανθεί, μπορώ μια χαρά να σου βρω ατέλειες. Αλλά δεν ξέρω αν αυτό, τελικά, είναι κέρδος και μάλλον για χαμένος νιώθω.

Τουρλού #3

Μία από εκείνες τις καρικατούρες, που παραπέμπουν σε υπαρκτό, αλλά τελείως αδιάφορο πρόσωπο, για μας τους γήινους Έλληνες του 2016.

Guy Lux = Τηλε-παρουσιαστής και παραγωγός των sixties. Χεστήκαμε; Αυτή η
λεπτομέρεια κατακρυμνίζει τη διαχρονικότητα του Αστερίξ, αλλά μάλλον ο τύπος
θα πρέπει να τρέλαινε, βαθιά και αθεράπευτα, τη νοικοκυρά της εποχής εκείνης ...

Τουρλού #4 

Το χιούμορ του Αστερίξ ήταν πάντα φλώρικο. Είναι περίεργο, όταν σκέφτεσαι πως Αστερίξ, Λούκυ Λουκ και Ιζνογκούντ, όντας δημιουργίες του ίδιου ανθρώπου, έχουν τόσο μα τόσο διαφορετικό χιούμορ. Αλλά του Αστερίξ είναι φλώρικο, τελείωσε. Δεν διακατέχεται - συνήθως - από ειρωνία, υποννοούμενα, εξυπναδιές, σαρκασμό, διπλές αναγνώσεις. Είναι ευθύ, απλοϊκό και χαλαρό, σαν τις καρπαζιές που ανταλάσσουν μεταξύ τους οι Γαλάτες ή σαν τ' αστεία που λένε τα πεντάχρονα ή τ' ανέκδοτα που διαβάζαμε κάποτε στο μικρό Μίκυ. Σε μια άλλη ανάγνωση, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για καθωσπρέπει αστικό χιούμορ 60 χρόνια πριν. Δε μιλάω, ωστόσο, υποτιμητικά. Δεν είναι κακό να μην είναι κάτι χοντροκομμένο, χυδαίο ή παραληρηματικό. Είναι, επιπλέον, κι ένας από τους λόγους, που καθιστούν τον Αστερίξ κατάλληλο τόσο για το χασάπη, όσο και για το δάσκαλο, τόσο για το ισοβίτη, όσο και για τον παπά της ενορίας. Κανείς δε θίγεται, όλοι χαμογελούν εξίσου και ως προς αυτό, ο Αστερίξ καθίσταται ενοποιητικό στοιχείο της κοινωνίας, με ό,τι κριτική μπορεί κανείς να του ασκήσει ως προς αυτό.

Κατ' εξαίρεση, όμως, το χιούμορ γίνεται κάποτε εξαίσιο ή διακριτικό, όπως εδώ...

Λεγεωνάριοι σε όλο το μεγαλείο τους! Το χιούμορ του Αστερίξ, όταν είναι καλό,
δε σε κάνει να ξεκαρδίζεσαι, αλλά να χαμογελάς σαν πολιτισμένος άνθρωπος...
Το καρέ αυτό διαβάζεται σε συνδυασμό
με τα προηγούμενα, ωστόσο ο διστακτικός,
ξαγρυπνισμένος κόκορας είναι όλα τα λεφτά...

Τουρλού #5 

Δε λέω πως ήταν, απαραίτητα, πρόθεση του καλλιτέχνη, ωστόσο η φυσιογνωμία της παρακάτω Ρωμαίας, μου φέρνει έντονα στο νου τη Σοφία Λόρεν...


Μάτι ανοδικό, χείλος καθοδικό, η μύτη μας τα χαλάει λίγο. Κι όμως, είναι παράδοξο, καθώς στη
δεξιά φωτό-ανφάς-παρά-πέντε η μύτη της Σοφίτσας ξεγελά και δίνει μια ιδέα γαμψότητος,
η οποία ωστόσο εξαφανίζεται στο προφίλ. Πολύ πιθανό να ευθύνεται το σχήμα των ρωθώνων
γι' αυτό κι όχι της μύτης ολάκερης. Η πλαστική μάλλον αποκλείεται, καθώς δεν υπάρχει φωτογραφία
της Σοφούλας - όσο πίσω και να πας - που να μαρτυρά τ' αντίθετα. Ζωή να 'χε, ήτανε large τύπισσα...

Τουρλού #6

Αυτό είναι το συνηθισμένο χιούμορ του Αστερίξ. Ξύλο, φασαρία και χεσμένοι Ρωμαίοι. Όχι κάτι ιδιαίτερο. Σε ολόκληρη σελίδα δεν διαβάζει κανείς κάτι πραγματικά έξυπνο. Χαμογελάμε κυρίως γιατί έτσι πρέπει, όπως χειροκροτάμε ενίοτε στο θέατρο ή σταυροκοπιόμαστε στη λειτουργία (όσοι πάνε, τέλος πάντων).

Χαχαχα τι πλάκα...

Τουρλού #7

Κι εδώ θα κλείσουμε και λέω να κλείσουμε με κάτι όμορφο...

Ένα πολύ όμορφο σχέδιο, από τον Uderzo. Μαγικό και σχεδόν μελαγχολικό...

Ακόμα και στην καταστροφή, ένα ταλέντο χρειάζεται, να πούμε. Παρατηρήστε πόσο πειστικά
δίνεται η προοπτική της γκρεμοτσακισμένης στέγης και του σκελετού. Φαίνεται απλό, ε; αλλά
μόνο εμείς οι μεγάλοι καλλιτέχνες διακρίνουμε αυτές τις λεπτομέρειες...

Ας κλείσουμε μ' ένα ξεροψημένο αγριογούρουνο, μα τον Μπελενό. Έτσι για το καλό...

Saturday, August 20, 2016

ΑΣΤΕΡΙΞ - Αν το δηλώσεις μπορείς να το σώσεις...

Τι να πει κανείς για τον ΑΣΤΕΡΙΞ; Είναι σα να πιάνεις τ' όνομα του Θεού επί ματαίω! Όπως η λέξη "μικυμάους" έφτασε να σημαίνει όλη τη μινιμάλ παραγωγή, έτσι κι ο Αστερίξ ήταν το σύμβολο του μεγάλου και ποιοτικού, αυτού που πλήρωνες κάτι παραπάνω, αλλά οκ, τα 'βγαζε τα λεφτά του. Είχε και την ιστορία του και τα λατινικά του και τη παιδαγωγικό-διδακτική του. Ο Αστερίξ ήταν το σύμβολο μιας Γαλλίας ευρωπαίας, φωτεινής, αστικής μπροστάρισσας, μιας Γαλλίας που γούσταρε και τιμούσε τις κατά τόπους γραφικότητες στην αγκαλιά μιας Pax Romana του πολιτισμού και της ποιότητας. Ή τέλος πάντων, αυτό που κάθε αστός ονειρεύτηκε για μερικές δεκαετίες. Ήταν ο Ντε Γκολ και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής των κόμιξ. Θα μπορούσες, δίχως ντροπές και νάζια, να το πλασάρεις στη δρύινη βιβλιοθήκη σου, ανάμεσα στα Άπαντα του Φρόιντ και το Έγκλημα και Τιμωρία. Κι αυτό το σκασμένο θα στεκόταν εκεί επάξια και περηφάνα, συνομιλώντας με Ουγκούς και Γκαίτεδες, σαν ίσος προς ίσους. Ο Αστερίξ ήταν συνένοχος (συμβολικά, όχι με αυστηρά λαογραφικά κριτήρια) σε κάτι αντίστοιχο με αυτό, που λένε πως έκανε ο Χιώτης στο μπουζούκι: πάτησε κάτω τον κάθε "ευτελή", φτωχομπινέ Καραγκιόζη κι έβαλε τη λαϊκή αφήγηση στο αστικό σαλόνι. Γιατί ο Αστερίξ μπορεί να μην έπαιζε πιάνο, τα γαλλικά του όμως ήταν άπταιστα. Αλλά, πάλι, μπορεί και να λέω μαλακίες - μάλλον - γιατί τότε τι έκαναν τα "Κλασικά Εικονογραφημένα" ή δεν ξερωγώ τι άλλο, δε μου 'ρχεται τώρα στο μυαλό;

Για μένα, ωστόσο, ήτανε κάτι περισσότερο ή διαφορετικότερο: ήταν η παρθενική μύηση σ' έναν κόσμο, που ξεπερνούσε το Μίκυ, το Ποπάυ, το Μπλεκ, το Αγόρι, τη Βαβούρα, το Φασόλα, τον Τιραμόλα ή το Σεραφίνο. Σ' έναν κόσμο, που οι ιστορίες απλώνονταν σε πελώρια φύλλα κι εκτείνονταν σε 48 ή σε 64 σελίδες. Με σενάρια, σαφώς πιο δουλεμένα και ήρωες σαφώς πιο στέρεους. Σ' έναν κόσμο, όπου διέκρινες με μια θολή βεβαιότητα, ν' απλώνεται μια άλλη ποιότητα δημιουργίας. Ίσως όχι απαραίτητα ανώτερη - καθώς πολλές ιστορίες και δημιουργοί πχ. του Μίκυ έχουν μείνει κλασικοί, στον αιώνα-των-αιώνων-αμήν - ωστόσο μια ποιότητα άλλη. Το κόμικ δεν ήταν πια μικυμάους, ήταν Τέχνη. Κι όμως, τελικά, εκείνο που μέτρησε πολύ περισσότερο ήταν η ιδιαίτερη φύση κι ο μυστικισμός της ανακάλυψης.

Μια χούφτα τεύχη, κιτρινισμένα και φθαρμένα στις άκρες τους, στοιβαγμένα στα σκοτεινά, ασφυκτικά γεμάτα ντουλάπια του οικογενειακού συνθέτου - καθότι ο χώρος λιγοστός στην παλιά, μητρική μονοκατοικία. Στοιβαγμένα - όπως ακριβώς περιγράφω λίγο νωρίτερα - καταμεσίς ενός ετερόκλητου πλήθους, ενός αχταρμά βιβλίων, περιοδικών κι εντύπων. Ενός αχταρμά ασύλληπτα πλούσιου σε ερεθίσματα, που αγκάλιαζε από Τσελεμεντέδες μέχρι Τολστόη και Ντοστογιέφσκη, από την Εγκυκλοπαίδεια Υγείας μέχρι τη Διάπλαση των Παίδων, από Έριχ Φον Ντάινεκεν μέχρι την Εγκυκλοπαίδεια του Ηλίου, από το Ανεξήγητο και τα Μυστήρια του Σύμπαντος - όπου και ανακάλυψα την επιστημονική Φαντασία και το Μάκη Πανώριο - ως τον Αγώνα του Χίτλερ, από το Νίκο Τσιφόρο μέχρι τους Μεγάλους Μύστες του Συρέ κι από το Γιάννη Σκαρίμπα ίσαμε την Πολιτεία του Πλάτωνα. Μέσα σ' αυτό το λιλιπούτειο - μα τέλειο σε αναλογίες - παλαιο-βιβλιοπωλείο, στριμωγμένοι σε σχετικά φθαρμένες ήδη εκδόσεις, κρύβονταν ένας αριθμός τόμων Αστερίξ, Ιζνογκούντ (Anglo-Hellenic Agency, Τάσος Ψαρόπουλος :P) και μερικά Σούπερ Λάκυ - που πολύ αργότερα είχε μια σύντομη κυκλοφορία ως Μαυρογένης. Ίσως ακόμη κάποια Λούκυ Λουκ ή Τεντέν, αλλά ο χρόνος έχει πια ξεθωριάσει τις περισσότερες μνήμες ή πάλι τις έχει ανακατώσει μεταξύ τους, σ' ένα ωχρο-κίτρινο ομογενοποιημένο πολτό χαμένης παιδικότητας.

Από τότε, τα κόμιξ χαράκτηκαν πια στην ψυχή μου, ως εφάμιλλα της λογοτεχνίας και της τέχνης. Συνδυασμένα με το μυστήριο της ανακάλυψης, τόσο στον τόπο (οικογενειακά ερμάρια), όσο και στο χρόνο (η αφήγηση καθαυτή), τα κατέστησαν αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξής μου, σε όποια τερατώδη μορφή κι αν πήρε αυτή στο πέρασμα των χρόνων. Κι ήταν από τότε, που ο Αστερίξ δεν έγινε, αλλά γεννήθηκε διαμιάς ως σύμβολο.

Αυτά με τους συναισθηματισμούς και την Ιστορία. Πάμε τώρα να κυλιστούμε, πάλι, στα σκατά και τη βωμολοχία. Το πρώτο - τυχαία - τεύχος, που ξανάπιασα για τις "ανάγκες" ετουτουνού του blog, είναι "Η ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΤΩΝ ΘΕΩΝ". Φυσικά UDERZO και GOSCINNY. Από τα πλέον μέτρια Αστερίξ, καθώς - τώρα το σκέφτομαι, γιατί δεν ήξερα τι να γράψω - στο μεγαλύτερο μέρος του αναμασά τα ίδια και τα ίδια κι έτσι οι σελίδες περνούν δίχως το σενάριο ν' αποκτήσει έκταση ή όγκο. Είναι από εκείνες τις ιστορίες, που τις αισθάνομαι κατατίς κλειστοφοβικές, υπό την έννοια ότι αισθάνεσαι διαρκώς αμπαρωμένος στο ίδιο δωμάτιο, συντροφιά με την ίδια ιδέα, κι ούτε πόρτα ν' ανοίξεις έχει, ούτε παράθυρο. Γυρνάς γύρω-γύρω απ' το τραπεζάκι στο κέντρο, φυσάς και ξεφυσάς μια πνιγηρή ατμόσφαιρα ντεζαβού κι όταν τελειώσει πια η ιστορία, ψάχνεις μήπως βρεις τίποτ' άλλο να διαβάσεις, να περάσει η ώρα σου.

Αριστερά το πρωτότυπο εξώφυλλο (η έκδοση είναι πολύ μεταγενέστερη, αλλά δεν είχα αντίτυπο
εκείνης της εποχής). Δεξιά, εκείνη η μαλακία, που αποφάσισε να κάνει η ΜΑΜΟΥΘΚΟΜΙΞ όταν,
προφανώς, πήρε τα δικαιώματα των ελληνικών εκδόσεων. Πόσο μου 'χε κακοφανεί, πόσο!!
Αλήθεια, σας έχω πει πόσο μου 'χε κακοφανεί;; Τεσπά, τώρα, καθώς τα ξαναχαζεύω, σκέφτομαι ότι
χμμμ not bad, not bad at all! έδωσαν μια νέα πνοή και τραβούσαν πιο εύκολα το μάτι, χρωματικά,
ανάμεσα στα βαρυφορτωμένα ράφια των περιπτερο-ψιλικατζίδικων. Αλλά ρε φίλε, πλερώ και
διαβά και γουστάρω και το πρωτότυπο. Χώσε το κάπου μέσα, οπουδήποτε,  στο δευτερόφυλλο,
στα περιεχόμενα θες, κάν' το δώρο πόστερ στην τελική (ωχ, γαμάτη ιδέα;;;) ...

Φυσικά και τα παραλέω, φυσικά και υπάρχουν καλά στοιχεία. Αλλά αυτό τι να λέει; Όταν έχεις να κάνεις με τέτοιους Γίγαντες (μιλάμε για τότε, γιατί μετά ο Goscinny πρόλαβε και πέθανε, αλλά ο Uderzo την πάτησε, γέρασε κι έπαθε μαλάκυνση), να λάμπουν ακόμα και στη μετριότητά τους είναι το πιο φυσικό κι αναμενόμενο πράγμα, στον κόσμο. Όταν ξεχέζεις κάποιον δεν τον ξεχέζεις γιατί είναι στ' αλήθεια κουράδας. Κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ ταπεινό. Τον ξεχέζεις γιατί ξέρεις τι να περιμένεις απ' αυτόν ή τι μπορεί να δώσει και δεν το δίνει, ο βρωμο-σκατούλης. Αλλά πάντα με αγάπη και σεβασμό, όλα ετούτα!

Εντάξει, για να μην τραβήξει πολύ, ετούτη η ανάρτηση, θα την ονομάσω 1ο μέρος και στη συνέχεια θα προχωρήσω σε μιαν άλλη, που θα την ονομάσω 2ο μέρος. Δεν είναι πολύ έξυπνη η ιδέα μου; Τώρα τη σκέφτηκα...

Υ.Γ. Μέσα σ' όλα αυτά, άλλη μια σημαντική αιτία που τα μεγαλόσχημα κόμιξ ξεχώριζαν εύκολα, ήταν και το γεγονός πως όλες οι σελίδες ήταν πλούσια χρωματισμένες. ΟΛΕΣ!!! Σε αντίθεση, φυσικά, με τις μικρόσχημες, εβδομαδιαίες εκδόσεις, όπου εναλάσσονταν - γραφικά ομολογώ - ασπρόμαυρα με χρωματιστά δισέλιδα, δίχως απαραίτητα ν' αποτελούν τα τελευταία τίποτα οργασμούς των αισθήσεων. Παρά εξαντλούνταν φυσικά σε τετραχρωμίες ή 5-10 τυποποιημένες αποχρώσεις, που κι ένα τρίχρονο θα μπορούσε να κατονομάσει. Απέναντι σ' αυτά, ο Αστερίξ φάνταζε φυσικά Ρολς Ρόυς, με δερμάτινα σαλόνια και δροσερή σαμπάνια, στο φιξ μπαράκι του πίσω καθίσματος.

Wednesday, August 3, 2016

ΛΟΥΚΥ ΛΟΥΚ - Ψιλο-αδιάφορη Αποστολή

Καιρό έχουμε να τα πούμε ε; Το ξέρω ότι χεστήκατε και είναι αμοιβαίο. Σας αγαπώ τόσο, όλους εσάς τους ανύπαρκτους αναγνώστες μου. Πάμε, λοιπόν...

Η "ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΑΠΟΣΤΟΛΗ" δεν είναι από τα καλύτερα Λούκυ, αλλά έχει τουλάχιστον αξιοπρεπέστατο Λουκ. Μπορεί σε μια βδομάδα να μην το θυμάσαι καν, ωστόσο όταν τρίβεσαι μαζί του (στο γραφείο, στο μπάνιο ή στο ντιβάνι) κυλάει γλυκά σα μελωμένο ύδωρ και τρυφερά σα μεταξωτό μπαμπάκι (sic). Είναι η ώριμη κατάκτηση μιας αγαστούς συνεργασίας, μεταξύ δύο κορυφαίων. Εννοώ των GOSCINNY και MORRIS, για τους πανίβλακες. Αν χωρίς να προσπαθήσουν πολύ καταφέρνουν αυτό το αποτέλεσμα, τι να πει κανείς για άλλες τους δημιουργίες, ολοκληρωμένες από κάθε άποψη;

Άρα λεπόν, πού ακριβώς υστερεί ετούτη; Δύσκολο να το ορίσεις με χειρουργική ακρίβεια (δε λέω μαθηματική, γιατί ετούτη είναι άφταστη). Η κεντρική ιδέα δεν είναι πιο απλοϊκή από άλλες αντίστοιχες. Ούτε υστερεί σε γκαγκ κι ευφυολογήματα. Άρα τι; Τι μπορεί να φταίει; Μήπως που ο Μπίλυς δεν είναι κι από τους πλέον αγαπημένους μου ήρωες; Γιατί όμως αυτό; Να, ίσως εδώ κάτι να υπάρχει, κάτι να κρύβεται. Αν κάτσει να περιεργαστεί κανείς, μια στάλλα, τους βασικούς πρωταγωνιστές, πιθανότατα να διακρίνει μια ρηχότητα, που ξεπερνάει τις κομιξικές αφαιρέσεις. Μια ρηχότητα δηλαδή υπέρ του δέοντος και συνεπώς αδιάφορη και ανιαρή.

Ο Λούκυ, ως εξ' ορισμού, ήτανε πάντοτε επίπεδος, καλό παιδί και σύμβολο της αστικής νομιμότητας. Το βάθος που του λείπει, το συμπλήρωνε πάντοτε επάξια η καλή του Ντόλυ. Η Ντόλυ ενσαρκώνει τον κυνισμό του προλετάριου, που καταλαβαίνει ότι εδώ δουλευόμαστε, αλλά έχε χάρη που έχω την ανάγκη σου για να υπάρξω. Είδατε; μπορώ να εκφράζομαι και με μαρξιστικούς όρους! Εφοδιασμένη με αυτή την αμεσότητα του ξυραφιού, η Ντόλυ είναι φυσικά πολύ πιο ουσιαστική χαρακτηροδομή από τον καβαλάρη της και σίγουρα πολύ καλύτερη συντροφιά, στις αχανείς αμερικάνικες εκτάσεις.

Άλλη φάση, που η επιφάνεια ραγίζει κι αποκαλύπτεται ένα κάποιο βάθος, είναι οι στιγμές που ο Λούκυ τα παίρνει στο κρανίο με κάτι, φουντώνει κι εκνευρίζεται. Αν δεν ήταν κι αυτό, θα 'λεγες πως το τσουλούφι κι αυτός καθαυτός ο φέροντας δεν έχουν και μεγάλες εκφραστικές διαφορές. Άλλοθι κανένα; Υπάρχει κι απ' αυτό. Θα 'λεγα πως ο Λούκυ Λουκ δεν αφορά τον ίδιο, παρά ήταν και είναι μόνο μια αφορμή. Τον παίρνουν οι δημιουργοί (τον ήρωα), ως αφετηρία, για να μπορέσουν έτσι να σου μιλήσουν για ένα σωρό άλλα πράγματα. Τι πράγματα; Όλα αυτά τα ωραία, που συνιστούν και συνιστά ένα comic. Να χτίσουν ένα παράλληλο σύμπαν γεμάτο καρικατούρες ανθρώπων κι ενδιαφέρουσες περσόνες - απ' τις οποίες η φαντασία τους ξεχειλίζει - να σου αφηγηθούν μια όμορφη ιστορία κάπου στην Άγρια Δύση ή για την Άγρια Δύση ή της ίδιας της Άγριας Δύσης - σε μια εποχή που η τελευταία ασκούσε ακόμη έντονη ρομαντική διάθεση - και, στην τελική, να σε κάνουν να γελάσεις χωρίς φτήνια, δηλαδή από την καρδιά σου, μέσω του μυαλού σου.

Ο Μπίλυ από την άλλη είναι απλά ένα κακομαθημένο σκατόπαιδο. Πιο μονοδιάστατος δε γίνεται. Τουλάχιστον εδώ. Έχω καιρό να διαβάσω τις άλλες του συμμετοχές. Εν καιρώ. Τεσπά, ούτε εναλλαγές διάθεσης - μόνο νεύρα, που προκαλεί ή του προκαλούνται - ούτε αναφορές στα παιδικά του χρόνια - ξερωγώ, τον βίαζε η μαμά του ή ο μπαμπάς του ξενόπινε - ούτε ουσιαστικοί δεσμοί με κανέναν άλλο ήρωα του αγριοδυτικού σύμπαντος, τίποτα, τίποτα, τίποτα. Στις κόκκινες καραμέλες και στα γινάτια ενός κακομαθημένου, εκεί εξαντλείται κάθε χωροχρονική διάσταση του Τρομερού παιδιού και πάμε γι' άλλα.

Έχει άραγε κρατήσει ο Τρομερός στοιχεία από τον Kid; Το μαύρο καπέλο κι ίσως
τα πεταχτά, μπροστινά δοντάκια κάτι να λένε. Ωστόσο, το πηγούνι μπούλη έχει
αντικατασταθεί από το ρύγχος της μαϊμούς. Πού τελειώνει η αλήθεια, πού

ξεκινά η φαντασία, πού και πού, εκεί που κλάνει η αλεπού...

Για τους Ντάλτον σε άλλη ανάρτηση, γιατί βαρέθηκα, γιατί πλατείασα και γιατί ήθελα να βάλω ένα γιατί ακόμα.

Αυτά, που λέτε. Τα προηγούμενα - με άλλα λόγια, οι αδιάφοροι πρωταγωνιστές - πιθανότατα συνιστούν μία από τις βασικές αιτίες της υποτεθείσας μετριότητας. Άρα λοιπόν, τι θέλει να μας πει ο ποιητής; πως είναι όλα επίπεδα; Κι αν όντως είναι, οι πολλές επιμέρους επιπεδότητες σημαίνουν και συνολική; Προφανώς όχι, εφόσον κι ένας μπέμπης γνωρίζει ότι με 6 επίπεδα μπορεί να φτιάξει κύβο ή τουλάχιστον να σου σπάσει τα νεύρα προσπαθώντας. Με άλλα λόγια, οι σχέσεις που θα ορίσεις μεταξύ των ασημάντων είναι δυνατόν να καταλήξουν σε μια σύνθεση διόλου ασήμαντη. Εκεί έγκειται και το ταλέντο των δύο δημιουργών (βλ. και υστερόγραφο).

ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ

Η "Επικίνδυνη Αποστολή" είναι μια ιστορία που θα μπορούσε και να μην είχε ειπωθεί καθόλου, όμως άπαξ και ειπώθηκε, ειπώθηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Αφού είπαμε τα κακά, πάμε να πούμε τώρα και μερικά ακόμα, ανάκατα καλά, κακά και κάτι ανάμεσα...

Γεια σου, παλιό, καλό, αγαπημένο Lettering. Τι; Πώς; Στην ΜΑΜΟΥΘΚΟΜΙΞ δεν ξέρουν
τι σημαίνει blanco, διορθωτική ταινία, γόμμα, ξύστρα και κολοκυθοντολμέν;; Δεξιά, ένα
δείγμα της πρωτότυπης γραφής. Η ημέρα με την Ιμέρα.

"Είναι εδώ ο Λούκυ Λουκ";; Μάλλον όχι. Τελευταία φορά, τον είδαν να χάνεται στο ηλιοβασίλεμα καβάλα στον υπεύθυνο του Lettering. Ερώτημα: Συμπληρώνεις τα λόγια σε ένα comic, το οποίο θ' αγοράσουν χιλιάδες αθρώποι ανά το πανελλήνιο. Εν τη ρύμη της γραφής, σε πιάνει ακατάσχετη επιθυμία να κλάσεις ή να χέσεις. Κρύος ιδρώτας αρχίζει να σημαδεύει το μέτωπο και το σβέρκο σου. Πεισμώνεις. Όχι, λίγο ακόμα, να τελειώσεις κι αυτή τη φράση. Σε αυτό το σημείο είμαι ακόμα περήφανος για σένα. Είσαι ήρωας. Βάζεις το καθήκον πάνω απ' την προσωπική σου ευχαρίστηση. Τέλος πάντων, άμα τη επιστροφή από τα ιδιαίτερα διαμερίσματα και την αποκατάσταση των φυσιολογικών τιμών της ατμόσφαιρας σε άζωτο και οξυγόνο, διαπιστώνεις ότι το τρεμάμενο χέρι σου δεν απέδωσε με ιδιαίτερη αξιοπρέπεια κάποιες φράσεις. Ε ΓΙΑΤΙ, ΛΟΙΠΟΝ, ΡΕ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ ΔΕΝ ΠΙΑΝΕΙΣ ΕΝΑ ΓΑΜΗΜΕΝΟ ΣΒΗΣΤΗΡΙ ΝΑ ΤΗΝ ΞΑΝΑΓΡΑΨΕΙΣ;;; ΓΙΑΤΙ ΡΕ ΑΡΓΟΜΙΣΘΕ ΙΔΙΩΤΙΚΕ ΥΠΑΛΛΗΛΕ ΣΕ ΕΝΑ COMIC ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ COMIC, ΠΙΤΣΙΛΑΣ ΜΕ ΤΑ ΣΙΧΑΜΕΡΑ ΣΟΥ ΣΠΕΡΜΑΤΟΖΩΑΡΙΑ, ΠΟΥ ΚΑΛΕΙΣ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, ΤΙΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΠΟΥ ΘΑ ΚΡΑΤΗΣΩ ΕΓΩ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ;; ΚΑΙ ΣΕ ΠΛΗΡΩΝΩ ΚΙΟΛΑΣ, ΓΙΑ ΝΑ ΚΟΛΛΑΝΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΛΑΚΙΑ ΣΟΥ;; ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΥΠΗΡΧΑΝ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΣΠΕΡΜΑΤΟΣ ΝΑ ΠΩ ΠΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ!!! Εντάξει και συγγνώμη, είχα καιρό να βρίσω και να εκτονωθώ. Μα έχω άδικο; Φταίω εγώ, που τα παίρνω με την προχειρότητα και την ακαλαισθησία;; Να πούμε την αλήθεια, πάντως, εκείνη την κατάντια των Εκδόσεων ΑΛΘΑΓΙΑ του κακομοίρη Γκαστόν, κανείς δεν την έχει φτάσει ακόμα. Ένα βήμα πιο κάτω και θα χρειαζόμασταν μια ανάλογη στήλη Ροζέτας της Μαλακίας, για να αποκρυπτογραφήσουμε ένα ρημάδι comic.

Μικρός φόρος τιμής στους Ντάλτον...
Μια από αυτές τις ωραίες στιγμές των comics. Μικρή λεπτομέρεια, αλλά σούπερ
γαργαλιστική για τις αισθήσεις. Όταν μιλάει ο Μπίλυ, τον χαζεύουμε ανφάς, ωσάν
να είμασταν ο ίδιος ο Λούκης, που γυρίζει προς τα πίσω να τον τσεκάρει. Όταν
μιλάει ο Λούκης τον τηρούμε όπισθεν, ωσάν να είμασταν ο ίδιος ο Μπίλυς, που

ψάχνει ευκαιρία να του καρφώσει κάτι στην πλάτη. Ή πάλι δεν είμαστε ούτε
Μπίλης,  ούτε Λούκης, είμαστε απλά εμείς κι έχουμε στρογγυλοκαθίσει εκεί
ακριβώς, καταμεσίς της δράσης, στροβιλιζόμενοι ανάμεσα στους αγαπημένους
μας ήρωες. Το απόλυτο σκηνοθετικό 3D σε μια άκρως 2D παράσταση, δίνει
βάθος στο αβαθές και οπτικό πλούτο, που ποτίζει το ασυνείδητο μ' εκείνο το
βαθύ, αλλά αόριστο αίσθημα ποιότητας...


Το comic, μέσα στη γενικότερη μετριότητά του, είναι ένας καταιγισμός λογοπαιγνίων, γκαγκ και δε συμμαζεύεται, τα οποία σώζουν την κατάσταση με άνεση. Παρακάτω, παρουσιάζω 1-2 δείγματα, αλλά δε θέλω να σας αποτρέψω απ' το ν' αγοράσετε τo comic - αν δεν το έχετε ήδη. Σκοπός μου, εδώ, είναι - παρόλες τις ειρωνίες μου - να διαφημίσω τα comics, όχι να τα πειρατεύσω. Δεν είμαι κατά της πειρατείας σαν δεν υπάρχει άλλη οικονομική επιλογή. Ωστόσο στα comics - τουλάχιστον αυτά - δε νομίζω ότι η τιμή τους είναι απαγορευτική. Άσε που υπάρχουν πάντα τα παλαιοπωλεία. Αλλά κι αυτή η ΜΑΜΟΥΘΚΟΜΙΞ δεν είναι ότι πρόκειται για κανένα κολοσσό, που χέζεται στο τάληρο, σαν τη DC COMICS πιχί. Να παλεύεις στην Ελλάδα της εποχής μας να διατηρείς ζωντανή την κυκλοφορία αυτής της μορφής τέχνης είναι κάτι που πρέπει να τιμάται και γι' αυτό συγχωρούμε πολλά απ' τις εκπτώσεις ποιότητας. Ο Τερζόπουλος κλείνοντας το Μίκυ είναι άλλη περίπτωση, γιατί είχε πάψει να το τιμάει στην πράξη από χρόνια, αφού πρώτα έσφαξε κάθε αισθητική ποιότητα και μετά κλαψούριζε συγκινημένος για την ιστορία, την παράδοση και άντε γαμήσου Τερζόπουλε.

Άσπονδες φιλίες...

Ελάχιστες διαφορές, από μερικούς πιτσιρικάδες που έχω γνωρίσει...

Μερικές πινελιές ακόμα...

Κάποιες φιγούρες αποπνέουν εκείνο το αίσθημα ότι πρόκειται
για κάτι περισσότερο από μια αφηρημένη καρικατούρα, πολύ
πιθανό μια σάτιρα ίσως συγκεκριμένων, υπαρκτών προσώπων.
Ο Morris το κάνει αυτό, κατά κόρον. Η συγκεκριμένη φιγούρα
μου δημιουργεί ένα παρόμοια αίσθημα κι, ωστόσο,  δεν
κατάφερα να βρω πουθενά οποιαδήποτε πληροφορία.
Αν κάποιος γνωρίζει ο,τιδήποτε, ας τηλεφωνήσει στο
ΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ , κύριος Νίκος.
Δεν είναι κάτι ιδιαίτερο, αλλά μερικά σκίτσα έχουν απλά
κάτι απίστευτα γλυκό, σχεδόν στάζουν μεράκι. Εδώ υπάρχει
και κάτι αρχετυπικό: ένας μικρός Αζτέκος
κι η φαρέτρα με
τα βέλη του,
ένας μικρός Ιππότης και η
ζώνη με το σπαθί του, 
ένας πιτσιρικάς του 20ου αιώνα με το πιστολάκι και τα
καψούλια του. Κι ίσως ακόμα κι εκείνη η ανάμνηση των
αμέτρητων playmobil με τις λιλιπούτειες, καουμπόικες
ζωνίτσες και τα γκρι πιστολάκια, που χάνονταν τόσο
εύκολα στο χώμα και στα χαλίκια, κάπου στο Λουτράκι. :)
Τι μας θύμησες τώρα!!! Τις αμέτρητες παιδικές ζωγραφιές, όπου δεν υπήρχε πιστόλι
να μη συνοδεύεται από μια διακεκομμένη γραμμή και μια σφαίρα κάπου στη άκρη της!!!

Ένας λόγος που αγαπήσαμε τον ώριμο Λουκ!!! Η Άγρια Δύση του Morris, σε μια
αφαίρεση τόσο πλήρη, που καταλήγει παράλληλη πραγματικότητα από μόνη της
και λιγότερο αντιγραφή ή περιγραφή μιας άλλης. Εύθραυστη όπως κάθε μαγεία.
Μια γραμμή παραπάνω ή παρακάτω θα κατέστρεφε τα πάντα σε θρύψαλα!!!
ΜΑΓΕΙΑ, ΑΓΑΠΗ, ΤΕΧΝΗ !!!

Αυτά. Καλή τηλεθέαση σε όλους, μέχρι νεωτέρας...

Υ.Γ. Α το ξέχασα! Κάτι σημαντικό ακόμη. Εκτός απ' το χιούμορ και τα σχετικά, το comic κερδίζει και μ' έναν άλλο τρόπο. Ο μέγιστος Goscinny έχει πλήρη επίγνωση του ήσσονος της κεντρικής ιδέας. Αλλά τι κάνει; Επενδύει την υπόθεση μόνο με καλοστημένους διαλόγους κι έξυπνες ατάκες; Όχι, γιατί - το είπαμε ήδη - είναι μέγιστος κι όχι απλά μεγάλος. Πολύ περισσότερο, με αφορμή τη σκονισμένη διαδρομή των δύο πρωταγωνιστών (τριών με τη Ντόλυ) βρίσκει την ευκαιρία να μας ξεναγήσει σ' ένα μικρό ακόμη κομμάτι της Άγριας Δύσης και της πραγματικής της ιστορίας: πολιτείες ξεχασμένες που αναδείχθηκαν και άλλες πάλι ανεπτυγμένες που πέρασαν στη λήθη. Η ρευστότητα και το εφήμερο ενός έθνους, εν τη γενέσει του, παραπαίοντας μεταξύ πολιτισμού και τυχοδιωκτισμού. Άριστος Goscinny, που παίρνει το σημείο και το ανασηκώνει στις τρεις διαστάσεις: του χώρου, του χρόνου και του ανθρώπου.

Tuesday, November 3, 2015

ΛΟΥΚΥ ΛΟΥΚ - Θεραπεμό δεν έχει...

Δεν ξέρω αν υπάρχει η λέξη "θεραπεμός" στο Μπαμπινιώτη - ή σε κανέναν ανταγωνιστή - αλλά από σήμερα γενικά υπάρχει και δεν έχει μα και μου. Μπορείτε, επίσης, να τη χρησιμοποιείτε ελεύθερα, αρκεί να πίνετε ταυτόχρονα ένα ποτήρι νερό στην υγειά του γράφοντος και, προαιρετικά, να καταθέσετε 5000 ευρώ σε λογαριασμό που θα γνωστοποιηθεί άμεσα. Αυτά.

Ε λοιπόν, είχα βαλθεί ποιον μου θύμιζε τούτος ο Ότο Φον Τρεχαγύρευε. Πάντως, σε καμία περίπτωση τον καθηγητή Unrath, αλλά μ' αυτά περιτριφτήκαμε ήδη αρκετά, στα προηγούμενα. Μετά από εμβριθείς μελέτες και καταφυγή στους ειδικούς (βλ. μαμά), τελικά βρήκα την άκρη...

Δημ.Παπαθανασίου, ψυχίατρος και άλλα ευτράπελα.
Εδώ, Καλεσμένος σε εκπομπή του Kontra Channel.
Κάθε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα είναι εντελώς
συμπτωματική κι έξω από τις προθέσεις του γράφοντος.

Για του λόγου το αλοιφές...

Friday, October 30, 2015

ΛΟΥΚΥ ΛΟΥΚ - Λίγη Θεραπεία ακόμη...

Εντάξει. Με αφορμή εκείνο το μικρό σχόλιο του αείμνηστου Goscinny, έκατσα και είδα την ταινία "Ο Μπλε Άγγελος". "Der Blaue Engel" στο πρωτότυπο, "The Blue Angel" στο Pirate Bay, αλλά το τελευταίο δεν το προτείνω, καθώς κάτι πήρε τ' αυτί μου τελευταία, ότι είναι λέει παράνομο να κατεβάζεις ταινίες. Φοβερά πράγματα. Υπάρχει κόσμος που βλέπει ταινίες παράνομα. Αλήτες, ρε πούστημ. Ένα κτήνος είναι ο άνθρωπος, πραγματικά. Φτάνει όμως με τα υποκριτικά, ας περάσουμε στην υποκριτική.

Όσον αφορά στην ταινία, λοιπόν, το "συστήνεται ανεπιφύλακτα" αδικεί και την ταινία και την ελληνική γλώσσα. Θεωρώ ότι δε νοείται άνθρωπος, να λέει ότι γουστάρει κενιματόγραφο κι άλλα τέτοια κουλτουριάρικα - όπως πίτα-γύρο-τζατζίκι και Ραχμάνινοφ - και να περάσει από αυτή τη ζωή αδαής και ξένος προς τη συγκλονιστική ερμηνεία του Emil Jannings.

Ο άνθρωπος αυτός, ετούτος ο γιγάντιος ανθρώπαρος της υποκριτικής, είναι όχι μόνο όλα τα λεφτά, αλλά του χρωστάς κιόλας. Θα μπορούσε, καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας, να μην ψελλίσει την παραμικρή ατάκα. Θα μπορούσε έτσι απλά, με μοναδικό όπλο την ασύγκριτη εφραστικότητα του είναι του ολάκερου, να περάσει από μπροστά μας, έχοντας πει τα πάντα με τα μάτια, τη μύτη ή τα μάγουλα, το πηγούνι, τα χέρια ή την τουρλωτή του κοιλάρα, την κλίση του σώματος ή μόνο του αυχένα. Με μοναδικό όπλο, έστω, εκείνες τις λαλίστατες καμάρες των δακτύλων - είναι επαρκείς, πιστέψτε με - έτσι όπως μας αποχαιρετούν με τη ρίψη της αυλαίας, απέλπιδα γραπωμένες απ' το μόνο πράγμα που κάθε απελπισμένος, ανά γη και χρόνο, γνωρίζει καλύτερα απ' όλους: τη χαμένη εκείνη ζωή που πλέον δεν επιστρέφει, δεν πα' να χτυπιέσαι στο μίξερ με Αϊνστάιν, Ασίμοφ και λάδι για ξεμάτιασμα.

Μέγιστος κι ας μοιάζει ηττημένος.
Ήττα είναι μόνο για τους αγώνες, που ποτέ δε δόθηκαν.

Αλλά ο λόγος, που γράφω εδώ είναι άλλος. Όπως συνήθως δηλαδή.

Μετά τις νέες αυτές αποκαλύψεις κι έχοντας, πλέον, πλήρη γνώση της φυσιογνωμίας που, στην πραγματικότητα, γυρόφερνε μες στο μυαλό του Goscinny (μεταγενέστα και στου John Malkovich), οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι ο Morris όχι μόνο αγνόησε την Γκοσίνιο επιθυμία "Je pense que le meilleur exemple est le professeur Unrath de L' Ange Bleu", αλλά της έριξε κι ένα απύθμενα αβυσσαλέο πορδοκλανίδι. Έχουμε δηλαδή, εδώ, έναν άνθρωπο που παραγγέλνει μακαρόνια με κιμά κι ο άλλος του φέρνει το χασάπη, μόνο και μόνο γιατί κι ο χασάπης έχει κιμά. Μιλάμε για έναν άνθρωπο, που σκέφτεται την Λωζάνη κι ο άλλος του στέλνει καρτ-ποστάλ απ' την Κοζάνη. Άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε και τι 'χες Γιάννη, Τύχο Μπράχε.

Ο αξιαγάπητος καθηγητής Unrath όχι μόνο στην εμφάνιση, αλλά ούτε στο γενικότερο του χαρακτήρα, έχει την οποιαδήποτε σχέση με τον καραγκιόζη Ότο Φον Χίμπεργκαϊστ και συνεκδοχικά με τον καραγκιόζη Morris. Ο εγωισταράς καλλιτέχνης δεν κατάφερε να ξεπεράσει το εγώ του και μας πλάσαρε έναν καθηγητή, όπως τον είχε αυτός στο μυαλό του κι ούτε στο παραμικρό από την εκδοχή του σεναρίστα.

Ο καθηγητής Unrath, μέσα στα άγρια και καρικατουρίστικα ξεσπάσματά του, είναι ένα γλυκύτατο πλάσμα. Είναι ένας άνθρωπος, που άφησε τη ζωή του να κυλήσει και να φύγει, μέσα στα βιβλία και τη σκόνη. Κι όμως, ακόμα κι εκεί, στο γλυκό του σούρουπο, έχει την ταπεινότητα να ερωτευτεί ξανά. Έχει τη διονυσιακή σοφία να μεθύσει και ν' αφήσει την καρδιά του ορθάνοιχτη. Η καρικατούρα που φτιάχνει ο Jannings είναι κωμικοτραγικά αξιολάτρευτη. Θες να τον σφίξεις στην αγκαλιά σου και να τον γεμίσεις φιλιά. Κάθε που χαμογελάει, χαμογελάει από τέτοιο βάθος, που σε κάνει πραγματικά να αναρωτιέσαι αν αυτός ο άνθρωπος είχε πρώτερα στη ζωή χαμογελάσει ξανά. Ρουφάει την ευτυχία με τον ίδιο αυθορμητισμό, το ίδιο δώσιμο, που ένα παιδί θα βουτούσε σ' ένα δωμάτιο γεμάτο με πολύχρωμα μπαλόνια. Δυστυχώς, το ίδιο ακόρεστα, βουτάει στη συνέχεια και στην αυτοκαταστροφή του.

Γούτσου γούτσου...

Ο καθηγητής Ότο του Morris δεν είναι γλυκούλης. Δεν είναι ο σοβαρός επιστήμονας, ο πλήρης από τη βεβαιότητα της γνώσης ή την εντρύφυση στην αναζήτησή της. Δεν έχει ούτε καν την καρικατουρίστικη αξιοπρέπεια που αποπνέει ο Αυτοκράτορας Σμιθ ή το Τρυφερό Πόδι. Είναι ένας αντιπαθητικός και αλαζόνας ξερόλας και στο τέλος, σαν ξεσπούν πια τα κόμπλεξ του, ξεσπούν όμοια με τα γινάτια ενός κακομαθημένου παιδιού, χωρίς στο παραμικρό να πείθει ότι πρόκειται για ξέσπασμα καμιάς ζωής καταπιεσμένης. Ο καθηγητής Ότο ήταν πάντα ένας απροκάλυπτος μαλάκας, ήταν το κωλόπαιδο απ' το πίσω θρανίο, που κολλούσε την πράσινη μύξα του στο σβέρκο σου. Τέτοιο κωλόπαιδο παραμένει, μέχρι τέλους. Με τη γλιτσώδη του φάτσα, δε θ' απορούσε κανείς αν τον συναντούσε καταμεσίς ενός ρωμαϊκού οργίου, ανάμεσα σε αξύριστα αιδοία και ιδρωμένα αρχίδια. Όπου και με δυσκολία θα μπορούσες να ξεδιακρίνεις τη φάτσα του απ' τα προηγούμενα. Ούτε σε τσόντα επιστημονικής φαντασίας, ωστόσο, δε θα μπορούσε κανείς να φανταστεί τον γραφικό αλλά βαθιά αξιοπρεπή Unrath σε μια παρόμοια σκηνή. Ακόμα κι αυτοί οι τραπεζίτες, που στο διάβα της εικονογραφήγησης εγκαταλείπουν μια ζωή ξοδεμένη στα έσοδα των άλλων, έχουν μια ποιότητα ασύγκριτα συγγενέστερη προς εκείνη του καθηγητή Unrath, παρά προς αυτή του μαλακομπάμπουρα Ότο.

Αυτά. Έτσι για να βάζουμε μερικά πράγματα στη θέση τους και στ' αρχίδια μας, αν αγαπάμε Morris. Η αγάπη μας δεν είναι τυφλή και σκατά να φάει ο παλιο-εγωίσταρος.

Υστερόγραφον

Κι ένα μικρό δώρο: Ραντανπλάν στη μοναδική του ίσως αναλαμπή ευφυίας ever! (Δεν ξέρω τι έκανε αργότερα στα ιδιαίτερα τεύχη, φέροντα το όνομά του, στα οποία και πρωταγωνιστούσε, αλλά χέστηκα κιόλας, καθώς ήταν από τις χειρότερες δουλειές του Morris).

Πλαν-Ταν-Ραν

Saturday, September 5, 2015

ΛΟΥΚΥ ΛΟΥΚ - Η Θεραπεία των Ντάλτων...

"Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΝΤΑΛΤΟΝ" (Εκδ. ΜΑΜΟΥΘΚΟΜΙΞ) είναι κάτι περισσότερο από ένα απλό κόμικ. Αποτελεί αληθινό μνημείο της 9ης Τέχνης. Φυσικά, όσον αφορά στην κατηγορία κιλών την οποια αγωνίζεται, μην πάτε και μου το συγκρίνετε με τίποτε Θόργκαλ και δεν ξερω 'γω. Ξεχωρίζει βέβαια όχι μονάχο του, παρά ως μέρος μιας αγαπημένης ντουζίνας ΛΟΥΚΥ ΛΟΥΚων, τα οποία έχουν καθιερωθεί στη συνείδησή μου ως all-time-classics, γράφοντας παράλληλα τις δικές σας συνειδήσεις στα παλιά μου Zita Hellas. (Σηκώθηκα να ψάξω τα ράφια μου, για να σας μεταφέρω μερικά παραδείγματα ακόμα, αλλά στην πορεία βαρέθηκα και ξανακάθισα. Άλλη φορά, ρεμάλια. Σε άλλο post). Κλασικό σε όλα του, λοιπόν: από την εξαιρετική καλλιτεχνική περίοδο ενός σχεδιαστικά ώριμου και γεμάτου αυτοπεποίθηση MORRIS, έως και την άριστη έκφραση, πλοκή και στήσιμο ενός GOSCINNY, που - δυστυχώς ή ευτυχώς - δεύτερο σε ταλέντο και ικανότητα δεν έχει βγάλει η ιστορία των comics. Η των Ντάλτον Θεραπεία, διαβάζεται ανεξαιρέτως από κάθε ηλικία, φύλο, θηλαστικό ή κολεόπτερον, αλώβητο απ' το χρόνο, τη σκουριά και την κατάθλιψη, εφάμιλλο ενός κλασικού λογοτεχνικού έργου, άξιο να σταθεί δίπλα σε έναν Γκόγκολ, έναν Τσιφόρο ή έστω μια Σώτη Τριανταφύλλου.

Μέσα στο χάος του διαδικτύου, διαβάσαμε και το εξής:
«
(Μιλάει ο δάσκαλος Goscinny) Je pense que le meilleur
exemple est le professeur Unrath de
L'Ange bleu (...) Petit
nez rond, visage sérieux et un peu porcin.»
Si l'Himbeergeist
créé par Morris ne s'avère pas une copie conforme de l'acteur
allemand Emil Jannings, il correspond pourtant fidèlement
à la description du scénariste.

Η επίτευξη της χρυσής τομής στη συνταγή, η τέλεια αναλογία δηλαδή μεταξύ των μερών, αλλά και των μερών με το σύνολο, αποκαλύπτεται περίτρανα στον αντίκτυπο που έχει το έργο, στο πρόσωπο του μέσου αναγνώστη (εμού εν προκειμένω). Ενθυμούμαι - με αφειδώλευτη συγκίνηση - τα ζεματιστά καλοκαίρια εις Λουτρακίους, ένθα η εισήγηση του μεσημεριανού ύπνου είχε πάντα ήχο και άρωμα πολυκαιρισμένων χαρτιών. Βλέπεις, καλέ αναγνώστη, στους πάγκους του λατρεμένου Πρακτορείου Εφημερίδων & Περιοδικών περίμεναν έτη επί ετών οι σωροί με τα παλιά τεύχη, απ' ό,τι τεύχος μπορούσε να φανταστεί και να επιθυμήσει η παιδική φαντασία: τίποτε λιγότερο, δηλαδή, από τα πάντα.

Για κάποιο άρρωστο, φροϋδικό λόγο, την τιμητική τους τότε κατείχαν οι ανεκδιήγητοι ΑΝΤΙΡΙΞ & ΣΥΜΦΩΝΙΞ, όπου με τρόπο τινά μαγικό κατάφερναν - σχεδόν πάντα - να μου κόβουν την ανάσα απ' το ασυγκράτητο, νευρικό γέλιο. Ασυνείδητα, θεωρούσα - τότε - με όλο μου το είναι, ότι δεν υπήρχε περίπτωση στο απιθανικομμύριο, να διαβάσω ποτέ στη ζωή μου κάτι πιότερο ξεκαρδιστικό από το μαλακάκο IBANEZ. Σήμερα, χαζεύοντας τα ίδια ακριβώς τεύχη, έχω πάει στο άλλο άκρο: βαρετά, φτωχά, ευτελή και άδικα αποτυχημένα - δηλαδή μια χαμένη ευκαιρία. "Ε και;" θα μου πείτε "χεστήκαμε". Μπάστα και δεν τελείωσα. Γιατί τα λέω όλα αυτά, λοιπόν, εκτός από εμετική φλυαρία, ποιητική αδεία και φιλοδοξία να γίνω δεύτερος Δοστογιέφσκι, που - όπως λένε οι κακές γλώσσες - πληρωνόταν με τον όγκο;

Παραμιλώ, λοιπόν, για το συγκριτικό του πράματος. Ενώ, δηλαδή, υπάρχουν comics τα οποία με την πατίνα του χρόνου ξεθυμαίνουν, κιτρινίζουν και γαριάζουν, υπάρχουν άλλα που διατηρούν τη φρεσκάδα τους ανεξάντλητη, σα να μην πέρασε μια μέρα από εκείνα τα ζεστά λουτρακιώτικα μεσημέρια. Όπου, κρατώντας ένα Λούκυ Λουκ στα χέρια, μπορεί να μην ξεσπούσες σε σπαρταριστές κραυγές κάθε τρεις και λίγο, στεφάνωνε όμως το πηγούνι σου ένα μόνιμο, ζεστό χαμόγελο, σκάζοντας εδώ κι εκεί ένα πνιχτό γελάκι. Κι όμως, η γλυκιά ετούτη διακριτικότητα, παρ' ότι έχανε εν πρώτοις στα σημεία, έκρυβε ωστόσο μέσα της μια δύναμη δυσανάλογα βαθύτερη, από εκείνη του διονυσιακού ξεσαλώματος. Όχι μόνο γιατί, διαβάζοντας την ίδια και την ίδια ιστορία στα 10, 20, 30 ή 40 σου, το χαμόγελο αυτό επανεμφανίζεται ξανά και ξανά με την ίδια γλύκα, την ίδια ακόρεστη αφέλεια, αλλά και για έναν λόγο ακόμη, ουσιαστικότερο και πιο δύσκολο να συλληφθεί απ' τον όγκο των συμφραζομένων.

Είναι γιατί το ακατάσχετο ξέσπασμα μέχρι δακρύων σε άφηνε κατόπιν αποκαμωμένο και αδειανό, έχοντας θυσιάσει κάθε νοητική ενέργεια, στο βωμό της υπερβολής. Αυτό που (δε) νιώθεις είναι πως τελικά σ' έχουν χρησιμοποιήσει ως παθητικό δέκτη, ώστε να σε αποτελειώσουν με απανωτά χτυπήματα γκροτέσκου και κακαισθησίας. Από την άλλη στέκεται η χαλαρή δύναμη, η ποιότητα εκείνη που σε βλέπει στα ίσα και ζητάει συμμέτοχο ή συνένοχο. Γιατί δίχως τη συνενοχή του νου, δίχως το πονηρό κλείσιμο του ματιού, που απαιτεί από σένα (τον αναγνώστη) να πιάσεις το υπονοούμενο ή την ικανότητα μιας στοιχειώδους μετάφρασης, μιας δεύτερης ανάγνωσης, το μεγαλύτερο μέρος ενός Λούκυ (ενός Goscinny κατ' επέκταση) πηγαίνει στράφι κι άκλαυτο, περνάει ανέγγιχτο κι ανυποψίαστο.

Ακόμα κι ένα ζώον μπορεί να καταλάβει και να γελάσει με μια χοντροκομμένη κλωτσιά που δόθηκε. Χρειάζεται ωστόσο ένα διαφορετικό υπόβαθρο, ώστε να γίνει αντιληπτή η κλωτσιά εκείνη που δεν δόθηκε. Όταν κλείνεις ένα Λούκυ Λουκ (ή γενικότερα ένα έργο, της λαμπρής εκείνη Goscinny-ας εποχής) αισθάνεσαι πλήρης και όχι αδειανός. Αισθάνεσαι εξυπνότερος και όχι χάχας. Αισθάνεσαι πλουσιότερος και σίγουρα όχι ακριβώς ο ίδιος, με το άτομο εκείνο που ξεκίνησε να διαβάζει λίγα λεπτά νωρίτερα. Μήπως αυτό δεν είναι κι η Τέχνη από μια άποψη; Εκείνη η εμπειρία που δε σ' αφήνει αδιάφορο ή αμετάλλαχτο, αλλά πριν καλά καλά το καταλάβεις έχει χτίσει στο είναι σου καινούργια μονοπάτια κι εσύ στέκεσαι ήδη στα μισά του δρόμου.

Η πολλαπλότητα της σημειολογίας δεν έχει να κάνει μόνο με τα σημαίνοντα, αλλά και με τη μεταξύ τους σχέση. Ένας άσχετος ποντικός με πατερίτσες, που θα μ' έκανε να ξεσπάσω σε χαχανητά στους Αντιρίξ & Συμφωνίξ, θα ήταν ακριβώς αυτό: άσχετος με τα πάντα. Εδώ ο Ρανταπλάν δεν είναι απλά ένας άσχετος σκύλος που κοιμάται: είναι ένα σκύλος που κοιμάται ενώ δίπλα του γίνεται της πουτάνας, όσπερ μας αποκαλύπτει κάτι για το χαρακτήρα του. Χωρίς διόλου να επιβαρύνεται η αφαιρετικότητα, οι Morris και Goscinny επιτυγχάνουν ένα πυκνογραμμένο καρέ: Ρανταπλάν, Τζόε και Αβερέλ λειτουργούν σε τρεις διαφορετικές σημειολογίες, που αλληλοπλέκονται στο λιτό σύνολο. Παρατήρηση: σημειώστε τη χαρακτηριστική τεχνική του Morris να ενοποιεί ή να αποκολλά με την χρωματική ομαδοποίηση συνόλων, πχ. εδώ με κόκκινο το θερμό επεισόδιο.

Ο εκπληκτικός Morris δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από το μεγαλείο του συνεργάτη του, στο δικό του ωστόσο τομέα. Ο Morris της περιόδου αυτής δεν είναι ούτε ο πρώιμος Morris, που ακόμη γυρεύει το στιλ του με καρικατούρες αφελείς και μαλθακές, ούτε ο ύστερος Morris, που έχει πλέον πλαδαρέψει κι ίσως-ίσως βαρεθεί και λιγάκι. Είναι ο Morris ο Κορυφαίος, με σκίτσο και γραμμές ζωηρά και σίγουρα, πενάκι σταθερό και συνεπές στις προθέσεις, καρικατούρες εξαιρετικής αφαίρεσης χωρίς να γίνονται πρόχειρες κι άριστο μινιμαλισμό του αγριο-δυτικού περιβάλλοντος χώρου (εσωτερικού ή εξωτερικού), ο οποίος ουδέποτε εκπίπτει σε φτώχεια ή αδαημοσύνη. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι πίσω από τις γραμμές του Morris του Κορυφαίου, υφέρπει μια λανθάνουσα ειρωνία. "Πίσω απ' τις γραμμές" εννοώ, δηλαδή, όχι με αυτό που σχεδιάζει, παρά με τη μανιέρα που το σχεδιάζει. Μανιέρα, η οποία δένει αόρατα και απαράμιλλα με το ορατό χιούμορ του σεναρίου. Πολύ δε περισσότερο, το συμπληρώνει και το ολοκληρώνει.

Η νόμιμη βία, η παράνομη βία και η επιστήμη σε ρόλο μεσάζοντα.
Η (μάλλον ακούσια) σημειολογία είναι τόσο ισχυρή, ώστε ό,τι κι
αν πω θα την περιορίσω. Πολιτικό σχόλιο: όσο η επιστήμη δεν
πολιτικοποιείται θα λειτουργεί , αναγκαστικά, μέσα στο
μεγάλο κύκλο.

Καθένας με τον πόνο του...

Αυτό το χιούμορ, ούτε περιγράφεται, ούτε γίνεται ανέκδοτο.
Είναι λεπτό, είναι έξυπνο, είναι ελεύθερο κι ωραίο!

Φυσικά, όπως θα έχετε καταλάβει ήδη, δεν υπάρχει περίπτωση εδώ να διαβάζετε περιλήψεις κι άλλες τέτοιες αηδίες. Δεν υπάρχει πιο χαζό πράγμα από το να κάνεις περίληψη ενός comic, παρά μόνο άμα θες να το πουλήσεις. Θεωρώ πολύ καλύτερο να μου πει κάποιος αν του άρεσε ή όχι και για ποιους λόγους. Την περίληψη μπορώ να την κάνω και μόνος μου. Για την ιδιαίτερη, προσωπική ματιά όμως του καθενός είναι που έχω και τον καθένα πραγματική ανάγκη. Έτσι κι εδώ, μπορεί να πλατείασα - κατ' εξαίρεση βεβαίως, αφού γενικά είμαι λαγωνικότατος - αλλά ελπίζω στην τελική να κατάφερα να υποδείξω ένα μικρό έστω μέρος του τρόπου, με τον οποίο αντιλαμβάνομαι την εκλεκτή συνεργασία δύο μεγάλων δημιουργών. Και, μάλιστα, για μια περίοδο που ξεπερνά την "Θεραπεία" καθαυτή και αγκαλιάζει την επίτευξη ενός συνόλου έργων τους, εφάμιλλων σε ποιότητα και αξία.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
...I'm a long long way from home...

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Μπορεί ο Goscinny να είχε στο μυαλό του κάτι σαν αυτόν,
ωστόσο, ορθά ο Morris προσέθεσε στον καθηγητή Otto
μερικές πινελιές, ωσάν το μάτι του να δανείζεται ποσοστό
εκ της των ασθενών του γυαλάδας.

Μοναδική μου ένσταση, ίσως, οι προτεταμένοι όδοντες.
Θα μου πείτε "Είσαι απλώς γεροντοκόρος ή έχεις
και κάτι να αντιπροτείνεις"; Το πρώτο μάλλον.